Νομοθεσία

Η ενδοοικογενειακή βία τιμωρείται από τις διατάξεις του Ν. 3500/2006 (Φ.Ε.Κ. Α΄232) «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις», [όπως τροποπ. από το Ν.4531/2018 (Φ.Ε.Κ. Α΄62) «I. Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, II. Ενσωμάτωση της 2005/2014/ΔΕΥ απόφασης πλαίσιοκαι III. Άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και λοιπές διατάξεις»], είναι ένα έγκλημα που διώκεται αυτεπάγγελτα (αρ. 17 §1 του Ν.3500/06), ενώ για την υποβολή εγκλήσεως/μηνύσεως,δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου.

-Τα ποινικά αδικήματα του Ν. 3500/2006.

Α) ΠΛΗΜΜΕΛΗΜΑΤΑ

– αρ. 6 § 1 ενδοοικογενειακή απλή σωματική βλάβη και εντελώς ελαφριά σωματική βλάβη που προξενείται από συνεχή συμπεριφορά,

– αρ. 6 § 2 εδάφιο α΄ ενδοοικογενειακή επικίνδυνη σωματική βλάβη,

– αρ. 6 § 3 εδάφιο α΄ ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη σε βάρος εγκύου ή σε βάρος μέλους της οικογένειας το οποίο, από οποιαδήποτε αιτία, είναι ανίκανο να αντισταθεί,

– αρ. 6 § 3 εδάφιο β΄ ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη τελεσθείσα ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας,

– αρ. 7 § 1 ενδοοικογενειακή παράνομη βία,

– αρ. 7 § 2 ενδοοικογενειακή απειλή,

– αρ. 9 § 1 ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας,

– αρ. 9 § 2 ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας σε βάρος ανηλίκου,

– αρ. 10 παρακώλυση απονομής της δικαιοσύνης.

Β) ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ

– αρ. 6 § 2 εδάφιο β΄ ενδοοικογενειακή βαριά σωματική βλάβη ή διανοητική πάθηση με επιβαρυντική περίσταση αν ο υπαίτιος επεδίωκε ή γνώριζε και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα της πράξης του (αρ. 6 § 2 εδάφιο γ),

– αρ. 6 § 4 βασανιστήρια με επιβαρυντική περίσταση, όταν το θύμα είναι ανήλικος

– αρ. 8 § 1 βιασμός στο ενδοοικογενειακό πλαίσιο,

-αρ. 8 § 2 κατάχρηση σε ασέλγεια στο ενδοοικογενειακό πλαίσιο.

Τα ποινικά αδικήματα των άρθρων 312«Σωματική βλάβη αδυνάμων ατόμων», 330 «Παράνομη βία» και 333«Απειλή» του Ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019 όπως τροποπ. Ν.4855/2021), τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο την ενδοοικογενειακής βίας, εφαρμόζονται ως ειδικά, στα περιοριστικά αναφερόμενα πρόσωπα, ήτοι ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, σύζυγο κατά τη διάρκεια του γάμου και σύντροφο κατά τη διάρκεια της συμβίωσης.

-Πρόσωπα που εμπίπτουν στο Ν.3500/2006.

  • Ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει συγκατοίκηση οι σύζυγοι, πρόσωπα που συνδέονται μεταξύ τους με σύμφωνο συμβίωσης, γονείς και συγγενείς πρώτου και δευτέρου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους (αρ. 1 § 2 περ. α΄ Ν.3500/2006) καθώς και οι μόνιμοι σύντροφοι και τα τέκνα τους, κοινά ή ενός εξ’ αυτών, οι τέως σύζυγοι, τα μέρη συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί και οι τέως μόνιμοι σύντροφοι (αρ.1 2 περ. γ΄ Ν.3500/2006 όπως αντικ. από το αρ.3 §2 του Ν.4531/2018).
  • Εφόσον συνοικούν οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος ανάδοχης οικογένειας καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια (αρ. 1 § 2 περ. β΄Ν.3500/2006).
  • Πρόσωπα που δέχονται τις υπηρεσίες φορέων κοινωνικής μέριμνας και αποτελούν θύματα πράξεων ενδοοικογενειακής βίας από πρόσωπο, που εργάζεται στον φορέα.

-Ποινική Διαμεσολάβηση

Στις διατάξεις των άρθρων 11,12,13 και 14 του Ν.3500/2006 ορίζεται ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης, για τα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας και ο αρμόδιος για την άσκηση ποινικής δίωξης εισαγγελέας διερευνά τη δυνατότητα διαμεσολάβησης κατά τη διαδικασία των ως άνω άρθρων.

Προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης είναι η υποβολή ανεπιφύλακτης δήλωσης εκ μέρους του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος, ότι είναι πρόθυμο σωρευτικά:

-να υποσχεθεί ότι δεν θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας (λόγος τιμής) και ότι, σε περίπτωση συνοίκησης, δέχεται να μείνει εκτός οικογενειακής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, εάν το προτείνει το θύμα. Για την υπόσχεση αυτή συντάσσεται έκθεση κατά τα άρθρα 148 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

-να παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας σε δημόσιο φορέα, σε όποιον τόπο και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται τούτο αναγκαίο από τους αρμόδιους θεραπευτές. Ο υπεύθυνος του προγράμματος πιστοποιεί την ολοκλήρωση της παρακολούθησής του. Το σχετικό πιστοποιητικό επισυνάπτεται στο φάκελο της δικογραφίας. Αναφέρονται δε σε αυτό, αναλυτικά, το αντικείμενο του συμβουλευτικού – θεραπευτικού προγράμματος και ο αριθμός των συνεδριών που παρακολούθησε ο ενδιαφερόμενος.Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της παρακολούθησης του προγράμματος εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 13.

-να άρει ή να αποκαταστήσει, εφόσον είναι δυνατόν, αμέσως τις συνέπειες που προκλήθηκαν από την πράξη και να καταβάλει εύλογη xρηματική ικανοποίηση στον παθόντα. (αρ.11 §2 Ν.3500/06).

Αν ο ενδιαφερόμενοςσυμμορφωθεί προς τους όρους της ποινικής διαμεσολάβησης για χρονικό διάστημα τριών ετών, τότε η σχετική διαδικασία ολοκληρώνεται και εξαλείφεται η ποινική αξίωση της πολιτείας για το έγκλημα που αφορά (αρ.13 §2 Ν.3500/06).

Η διαπιστούμενη από τον εισαγγελέα υπαίτια μη ολοκλήρωση της ποινικής διαμεσολάβησης διακόπτει τη διαδικασία και προκαλεί την αναδρομική άρση των επελθόντων αποτελεσμάτων. Στην περίπτωση αυτή, ο εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο, η δε ποινική διαδικασία συνεχίζεται κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χωρίς να επιτρέπεται πλέον η υποβολή νέου αιτήματος για ποινική διαμεσολάβηση. (αρ.13 §3 Ν. 3500/06).

– Επιβολή περιοριστικών όρων

Στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 §1 του Ν.3500/06 (όπως αντικ. από το άρθρο 3 §5 του Ν. 4531/2018) ορίζεται ότι, το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο ή ο αρμόδιος ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο ή ο αρμόδιος εισαγγελέας, σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, μπορούν να διατάξουν, για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται, την επιβολή περιοριστικών όρων στον κατηγορούμενο, όπως ιδίως την απομάκρυνσή του από την οικογενειακή κατοικία, τη μετοίκησή του, την απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του θύματος, κατοικίες στενών συγγενών του, τα εκπαιδευτήρια των παιδιών και ξενώνες φιλοξενίας.

– Υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας

Το άρθρο 20 του Ν. 3500/06 προβλέπει ρητά την υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας εκ μέρους των αρμόδιων αστυνομικών αρχών, που διενεργούν προανάκριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 245  §2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας. Απαγορεύεται, δηλαδή, η ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο του ονοματεπωνύμου του θύματος και του κατηγορουμένου, της διεύθυνσης κατοικίας τους, καθώς και  οποιωνδήποτε άλλων στοιχείων είναι δυνατόν να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους.

-Κοινωνική συμπαράσταση

Στις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.3500/06 προβλέπεται ότι,τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δικαιούνται ηθικής συμπαράστασης και της αναγκαίας υλικής συνδρομής από νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργούν ειδικά για τους σκοπούς αυτούς και από κοινωνικές υπηρεσίες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

Οι αστυνομικές αρχές που επιλαμβάνονται, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας υποχρεούνται, εφόσον το ζητήσει το θύμα, να ενημερώσουν αυτό και τους παραπάνω φορείς, ώστε να παρασχεθεί αμέσωςη απαραίτητη, κατά περίπτωση, αρωγή.

– Υποχρεώσεις εκπαιδευτικών

Στις διατάξεις του άρθρου 23 του Ν.3500/06, προβλέπεται ότι,εκπαιδευτικός ή μέλος του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) ή του Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού (Ε.Β.Π.) της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με οποιονδήποτε τρόπο, πληροφορείται ή διαπιστώνει ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος μαθητή έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας, ενημερώνει, χωρίς καθυστέρηση, τον διευθυντή της σχολικής μονάδας.

Ο διευθυντής της σχολικής μονάδας ανακοινώνει, αμέσως, την αξιόποινη πράξη στον αρμόδιο εισαγγελέα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ή στην πλησιέστερηαστυνομική αρχή. Την ίδια υποχρέωση έχουν οι εκπαιδευτικοί και οι διευθυντές των ιδιωτικών σχολείων, καθώς και οι υπεύθυνοι των πάσης φύσεως Μονάδων Προσχολικής Αγωγής.

– Προστασία από τη διαδικασία της διοικητικής απέλασης

Στον ν. 4531/2018 (Α΄62) ορίζεται ότι, τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, που δεν διαθέτουν έγγραφα νόμιμης παραμονής τους στη Χώρα, προστατεύονται από την απέλαση και έχουν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση, για έκδοση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους.