Σύγχρονες μορφές αστυνόμευσης
Του Αστυν. Υποδ/ντή Ευάγγελου Στεργιούλη*
Γενικά
Η Αστυνομία βρίσκεται αντιμέτωπη, τις τελευταίες δεκαετίες, με νέες μορφές εγκληματικότητας και κυρίως με το αυξανόμενο διεθνές οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία. Οι προσπάθειες της Αστυνομίας να έλθει πιο κοντά στον πολίτη και να εδραιώσει μια σχέση εμπιστοσύνης, έφεραν στο προσκήνιο νέες μορφές αστυνόμευσης κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η ενεργή συμμετοχή του κοινού. Η κοινοτική αστυνόμευση, ο αστυνομικός της γειτονιάς, αλλά και η εθελοντική αστυνόμευση αποτελούν τις νέες και σύγχρονες μορφές αστυνόμευσης που τέθηκαν σε ισχύ στις αρχές του 1980, από τις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, και κομίζουν αισιόδοξα μηνύματα αναφορικά με τις σχέσεις πολιτών και Αστυνομίας.
Οι σύγχρονες μορφές αστυνόμευσης αποβλέπουν στην ανάδειξη της νέας φιλοσοφίας που διέπει τον αστυνομικό θεσμό την τελευταία δεκαετία, στην προσπάθεια του να επιτύχει τον εκσυγχρονισμό των δομών λειτουργίας του και να προβάλει το ανθρώπινο πρόσωπο της Αστυνομίας στην υπηρεσία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Εν ολίγοις, πρόκειται για μία αξιόλογη προσπάθεια με απώτερο σκοπό την αλλαγή της εικόνας της Αστυνομίας, από μηχανισμό καταστολής σε οργανισμό παροχής κοινωνικών υπηρεσιών στον πολίτη.
Στην παρούσα εργασία μας θα αναδείξουμε την προβληματική των σύγχρονων μορφών αστυνόμευσης, λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα των διεθνών ερευνών αλλά και την διεθνή αστυνομική πρακτική.
Η Κοινοτική Αστυνόμευση
Η κοινοτική αστυνόμευση ( community policing ) ξεκίνησε στις αρχές τις δεκαετίας του ΄80 στις Η.Π.Α και στην Ευρώπη. Δίνει τη δυνατότητα στον αστυνομικό να διατηρεί συστηματική και σε καθημερινή βάση επαφή με τους πολίτες και του φορείς της κοινότητας και να σχεδιάζουν από κοινού τις ενέργειες τους, αλλά και τις μεθόδους δράσης της Αστυνομίας, προκειμένου να βελτιωθεί το έργο της και οι υπηρεσίες της προς τους πολίτες [1] . Πρόκειται αναμφίβολα για ένα σύγχρονο μοντέλο αστυνόμευσης, με αυτούσια την ανθρώπινη διάσταση, το οποίο ήδη εφαρμόζεται στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες [2] με απώτερο σκοπό να φέρει την Αστυνομία κοντά στον πολίτη και στις καθημερινές ανάγκες του. Τα αποτελέσματα σχετικών ερευνών [3] έχουν δείξει ότι η στενότερη συνεργασία μεταξύ κοινότητας και Αστυνομίας αυξάνει το επίπεδο ικανοποίησης των πολιτών απέναντι στις αστυνομικές υπηρεσίες, μειώνουν το φόβο του εγκλήματος [4] και γενικότερα βελτιώνουν το επίπεδο ζωής της κοινότητας [5] .
Το μοντέλο « community policing » αποτελεί μία νέα φιλοσοφία αστυνομικής δράσης εστιάζοντας στην πρόληψη της μικροεγκληματικότητας, σε συνεργασία με τους κατοίκους και τους τοπικούς φορείς, ενδυναμώνοντας έτσι το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών της κοινότητας. Τούτο, βέβαια, προέκυψε από την αναγκαιότητα της επιστροφής της Αστυνομίας στην πραγματική διάσταση της αποστολής της, που είναι η συνεχής και άμεση παρουσία της κοντά στα καθημερινά προβλήματα του πολίτη. Αυτή η αναγκαιότητα υπήρξε ιδιαίτερα πιεστική για τα μεγάλα αστικά κέντρα όλων των ανεπτυγμένων δημοκρατικών κοινωνιών, όπου η ανωνυμία του πλήθους σε συνδυασμό με την αύξηση της μικροεγκληματικότητας (κλοπές, διαρρήξεις, συμπλοκές με τραυματισμούς και υλικές ζημιές, κλπ) προκαλούν ανασφάλεια και γενικά κυριαρχεί στο κοινό ο φόβος του εγκλήματος [6] .
Η αποτελεσματικότητα του μοντέλου της κοινοτικής αστυνόμευσης εξαρτάται αποκλειστικά από το επίπεδο οργάνωσης και διοίκησης της Αστυνομίας, αλλά και το βαθμό συμμετοχής των πολιτών και των τοπικών φορέων. Η κοινοτική αστυνόμευση μπορεί να αποδώσει θετικά αποτελέσματα όταν αναπτύσσεται σε ένα αστυνομικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία της αυτονομίας, της αποκέντρωσης, της ευλυγισίας στη λήψη αποφάσεων, της καινοτόμου ηγεσίας, της συμμετοχικής διοίκησης, της διαφάνειας και των ανοικτών διαδικασιών [7] . Πρόκειται, δηλαδή, για ένα συνδυασμό ιδεολογικών, πρακτικών και θεωρητικών στοιχείων [8] που όλα μαζί συνθέτουν τον κορμό του μοντέλου της κοινοτικής αστυνόμευσης. Βεβαίως, η κοινοτική αστυνόμευση προϋποθέτει την ύπαρξη καλών σχέσεων Αστυνομίας-κοινού και, κυρίως, την ύπαρξη ενός κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών της κοινότητας και της Αστυνομίας και να χαρακτηρίζεται μάλιστα από βάθος χρόνου. Έρευνες που έγιναν σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως, για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο [9] , στο Βέλγιο [10] , χώρες με ιστορικά καλές σχέσεις μεταξύ Αστυνομίας και κοινότητας, ανέδειξαν σοβαρά προβλήματα στην εφαρμογή του μοντέλου ‘ community policing ’ λόγω της απροθυμίας των πολιτών, ιδίως των νέων, να συμμετάσχουν σε κοινωνικές συλλογικές προσπάθειες υποστήριξης της Αστυνομίας ή να συμμετάσχουν στην κατάρτιση πολιτικών αστυνόμευσης. Σήμερα, η κοινοτική αστυνόμευση έχει υιοθετηθεί από όλες τις σύγχρονες αστυνομίες, χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει ότι η εφαρμογή της έρχεται να επιλύσει όλα τα προβλήματα που ανέκυψαν στην πορεία του χρόνου, ως απόρροια των μεγάλων κοινωνικών αλλαγών, και συνεχίζουν να υφίστανται σε όλες τις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Συγκεκριμένα, τα προβλήματα που οδήγησαν τις σύγχρονες Αστυνομίας να εφαρμόσουν την κοινοτική αστυνόμευση, όπως προκύπτουν από κοινωνιολογικές έρευνες , εστιάζονται στα εξής σημεία [11] :
α) Η δυσαρέσκεια των μειονοτήτων ιδίως σε «πολυφυλετικές» ή άλλως αποκαλούμενες «πολυπολιτισμικές» κοινωνίες, απέναντι στη δράση και στη συμπεριφορά αστυνομικών προς τα μέλη τους και προς τις κοινότητες τους.
β) Η έλλειψη άμεσης ανταπόκρισης της Αστυνομίας στα αιτήματα και στις ανάγκες των πολιτών και της κοινότητας.
γ) Η μειωμένη αποτελεσματικότητα της Αστυνομίας στην πρόληψη της εγκληματικότητας, σε συνδυασμό με την έξαρση της μικροεγκληματικότητας και την επακόλουθη αύξηση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών.
δ) Η αλλαγή του παραδοσιακού τρόπου δράσης και αστυνόμευσης των αστυνομικών μέσα από εποχούμενες περιπολίες και τη χρήση νέων τεχνολογιών, που εξαλείφουν την αμεσότητα στις επαφές Αστυνομικών και πολιτών.
ε) Η αναγκαιότητα για την καλλιέργεια και την ανάπτυξη διαπροσωπικών επαφών μεταξύ αστυνομικών και πολιτών που συμβάλουν στη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης.
στ) Η αναγκαιότητα για την ενεργή συμμετοχή των πολιτών και των κοινοτικών φορέων στα προγράμματα και τις δράσεις της Αστυνομίας στην πρόληψη της εγκληματικότητας [12] .
Βεβαίως, οι παραπάνω επισημάνσεις αντανακλούν τη σοβαρότητα και το μέγεθος των κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν όλες οι δυτικές ανεπτυγμένες κοινωνίες. Σε κρίσιμες περιόδους κοινωνικών αναταραχών, που στις μέρες μας συμβαίνουν όλο και πιο συχνά με αποτέλεσμα σχεδόν πάντα να γενικεύονται οι συγκρούσεις μεταξύ Αστυνομίας και διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων [13] , η Αστυνομία είναι ο μόνος δημόσιος φορέας που ενεργοποιείται και επιφορτίζεται με την ευθύνη της διατήρησης της δημόσιας τάξης και της κοινωνικής ομαλότητας. Βεβαίως, σε τέτοιες περιπτώσεις οι παραδοσιακές αστυνομικές μέθοδοι καταστολής μπορούν να επιλύσουν το πρόβλημα μόνο σε προσωρινή βάση, ενώ οι κατασταλτικές επιχειρήσεις της Αστυνομίας αποτελούν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για τα ΜΜΕ να δραματοποιήσουν και συχνά να αμφισβητήσουν τα πλαίσια της νομιμότητας της δράσης της Αστυνομίας. Και ο επίλογος τέτοιων καταστάσεων είναι η ρήξη της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ Αστυνομίας-κοινού με ολέθρια αποτελέσματα στην εικόνα της Αστυνομίας.
Συμπερασματικά, η κοινοτική αστυνόμευση αποβλέπει πρωταρχικά στην εδραίωση ενός κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ Αστυνομίας και κοινωνικών ομάδων, που μακροπρόθεσμα θα επιδράσει θετικά στις εύθραυστες σχέσεις μεταξύ Αστυνομίας και κοινωνικών ομάδων, κυρίως κοινωνικών μειονοτήτων, και θα δημιουργήσει νέα δεδομένα συνεργασίας, επικοινωνίας και κατανόησης. Για την αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος της κοινοτικής αστυνόμευσης, απαιτούνται αλλαγές στις οργανωτικές δομές ενός Αστυνομικού Σώματος και έμφαση στην ενίσχυση του ρόλου της Αστυνομίας ως υπηρεσία πρόληψης και καταπολέμησης του εγκλήματος [14] . Τούτο, δηλαδή, σημαίνει ότι η Αστυνομία, προκειμένου να εφαρμόσει αποτελεσματικά την κοινοτική αστυνόμευση, πρέπει να απαλλαγεί από καθήκοντα ξένα προς το ρόλο της και την αποστολή της. Εν ολίγοις, η κοινοτική αστυνόμευση αποτελεί κοινωνική αναγκαιότητα για την ικανοποίηση της οποίας απαιτείται όχι μόνο η συμμετοχή από πλευράς Αστυνομίας, αλλά πρωτίστως απαιτείται πολιτική βούληση.
Ο Αστυνομικός της Γειτονιάς
Ο αστυνομικός της γειτονιάς [15] είναι ένας θεσμός που εδραιώνεται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια και εντάσσεται στο γενικότερο πνεύμα και φιλοσοφία της κοινοτικής αστυνόμευσης. Απώτερος σκοπός αυτής της νέας μορφής αστυνόμευσης είναι η άμεση επαφή μιας ομάδας αστυνομικών με τους πολίτες μιας συγκεκριμένης συνοικίας. Σε αντίθεση με την ευρύτερη φιλοσοφία της κοινοτικής αστυνόμευσης, όπου ως αντικείμενο αστυνόμευσης κυριαρχεί η υπό την ευρεία του όρου έννοια κοινότητα ή δήμος ή πόλη, η μορφή της αστυνόμευσης της γειτονιάς επικεντρώνει τις δραστηριότητες της αστυνόμευσης σε μία συγκεκριμένη περιοχή, δηλαδή μία γειτονιά ή συνοικία, που βεβαίως αποτελεί ένα μικρό μέρος της κοινότητας.
Και στην προκειμένη περίπτωση η συμμετοχή και συνεργασία των πολιτών και των κοινοτικών φορέων παίζουν καταλυτικό ρόλο στην αποτελεσματική λειτουργία του θεσμού. Δεδομένου ότι αυτό το μοντέλο αστυνόμευσης, όπως προαναφέρθηκε, εστιάζει τη λειτουργία του σε εξαιρετικά περιορισμένο χώρο, δηλαδή τη γειτονιά, τη συνοικία, περιοχές που αποτελούν τον μικρόκοσμο της ευρύτερης κοινότητας, η κοινωνική αποδοχή αυτής της μορφής αστυνόμευσης αυξάνεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια [16] . Τούτο οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην μονιμότητα της επαφής του αστυνομικού με τον πολίτη σε καθημερινή βάση, στην ίδια συνοικία-γειτονιά, γεγονός που λειτουργεί ενθαρρυντικά και συμβάλει στην εδραίωση κλίματος εμπιστοσύνης, ενώ, παράλληλα, λειτουργεί και αποτρεπτικά στην παροχή ευκαιριών διάπραξης εγκληματικών ενεργειών.
Παρότι ο αστυνομικός της γειτονιάς θεωρείται ως σύγχρονη μορφή αστυνόμευσης, πρέπει να επισημάνουμε ότι η θεωρητική και πρακτική εφαρμογή του εγχειρήματος βασίζεται στην παραδοσιακή λειτουργία της Αστυνομίας και στις πρώτες μορφές αστυνόμευσης που εφαρμόστηκαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Εκείνη την περίοδο η Αστυνομία στερούνταν της σημερινής προηγμένης τεχνολογίας και η αστυνόμευση στηρίζονταν αποκλειστικά στη διαπροσωπική επαφή του αστυνομικών και πολιτών. Μάλιστα, η διαπροσωπική αυτή σχέση συνέχισε να διέπει τα συστήματα αστυνόμευσης όλων των Ευρωπαϊκών Αστυνομιών σχεδόν ολόκληρο τον 20ο αιώνα μέχρι και τη δεκαετία του ΄80, όταν στη συνέχεια επήλθαν εκτεταμένες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που επηρέασαν τη λειτουργία των κοινωνικών συστημάτων σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις επηρέασαν και τη λειτουργία του αστυνομικού θεσμού και δημιούργησαν αυξημένες ανάγκες, που προστέθηκαν στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις των Ευρωπαϊκών Αστυνομιών. Τα νέα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα και γενικώς η νέα διαμορφωθείσα κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα οι αστυνομικοί να επιφορτισθούν, πέραν των αμιγών αστυνομικών καθηκόντων τους σε σχέση με την πρόληψη κα καταστολή του εγκλήματος, και με άλλα καθήκοντα και υποχρεώσεις τα περισσότερα των οποίων ήταν και συνεχίζουν να είναι ξένα προς την αποστολή τους. Ο επιπρόσθετος φόρτος εργασίας και τα ξένα προς την αποστολή έργα της Αστυνομίας, όπως ήταν αναμενόμενο στέρησαν τη δυνατότητα της αστυνομικής παρουσίας σε κάθε γειτονιά σε καθημερινή βάση, με αποτέλεσμα να διακοπεί η διαπροσωπική σχέση και επαφή αστυνομικού και πολίτη. Προκειμένου να καλυφθεί το κενό που δημιουργήθηκε από τη διακοπή της καθημερινής επαφής αστυνομικού με τον πολίτη, οι προσπάθειες της Αστυνομίας εστιάσθηκαν στη χρήση και στην αξιοποίηση της τεχνολογίας (μεταφορικά μέσα, ασύρματες επικοινωνίες, βάσεις δεδομένων, κλπ), που βεβαίως πολλά και σημαντικά προσέφεραν στο έργο της Αστυνομίας, χωρίς όμως να καταφέρουν να καλύψουν το κενό της άμεσης διαπροσωπικής επαφής και σχέσης αστυνομίας και πολίτη. Έτσι χάθηκε, με την πάροδο του χρόνου, ο αστυνομικός από τη γειτονιά και συνάμα χάθηκε και η καθημερινή ανθρώπινη επαφή του αστυνομικού με τον πολίτη. Αυτή η παραδοσιακή μορφή αστυνόμευσης της γειτονιάς, επανέρχεται στο προσκήνιο σήμερα ως νέα και σύγχρονη μορφή αστυνόμευσης και διεκδικεί ρόλο πρωταρχικής σημασίας στο Ευρωπαϊκό αστυνομικό γίγνεσθαι, χωρίς βεβαίως τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως προκύπτει από την ιστορική προσέγγιση που αναπτύξαμε παραπάνω.
Η εθελοντική αστυνόμευση
Η εθελοντική αστυνόμευση αποτελεί θεσμό μείζονος κοινωνικής σημασίας πλην όμως η εφαρμογή στην πράξη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Πρωτίστως, η εθελοντική αστυνόμευση βασίζεται στην εκούσια και ανιδιοτελή συμμετοχή των πολιτών στις προσπάθειες της Αστυνομίας να καταπολεμήσει το έγκλημα και να προσφέρει τις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο. Πρόκειται, δηλαδή, για μία μορφή κοινωνικής υπηρεσίας της Αστυνομίας που υλοποιείται με την ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των πολιτών. Η εθελοντική αστυνόμευση, κατά συνέπεια, νομιμοποιεί και ενισχύει το ρόλο και την αποστολή της Αστυνομίας σε μία δημοκρατική κοινωνία [17] .
Παρά το γεγονός ότι η ιδέα της ανάθεσης καθηκόντων αστυνόμευσης σε εθελοντές αστυνομικούς μπορεί να φαίνεται ιδιαίτερα ελκυστική από κοινωνικής πλευράς, τα προβλήματα που αναφύονται στην υλοποίηση ενός τέτοιου θεσμού, τόσο από πρακτικής όσο και από νομικής άποψης, παρουσιάζουν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Κατά βάση, η εθελοντική αστυνόμευση σχετίζεται με το πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο που διέπει ένα κοινωνικό σύνολο και το οποίο εν τέλει παίζει καθοριστικό ρόλο στην υιοθέτηση μιας τέτοιας μορφής αστυνόμευσης. Κοινωνίες οι οποίες διέπονται από τα χαρακτηριστικά της ανοχής, της διαλλακτικότητας, της υπεράσπισης των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, είναι πολύ περισσότερο δεκτικές στην υιοθέτηση τέτοιων μορφών αστυνόμευσης.
Ανασταλτικός παράγοντας στην εφαρμογή της εθελοντικής αστυνόμευσης αποτελεί και η ιδιομορφία των αστυνομικών καθηκόντων που συχνά άπτονται της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που προστατεύονται από θεμελιώδεις συνταγματικούς κανόνες. Σε ένα τέτοιο αυστηρό νομικό πλαίσιο, η ανάθεση αστυνομικών καθηκόντων, έστω και σε περιορισμένη μορφή, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα αναφορικά τόσο με τη νομιμότητα ανάθεσης και εκτέλεσης αστυνομικών καθηκόντων από εθελοντές πολίτες, όσο και από πλευράς αποτελεσματικότητας υπό την ευρεία έννοια του όρου της αστυνόμευσης. Για αυτούς ακριβώς τους λόγους η εθελοντική αστυνόμευση δεν τυγχάνει ευρείας χρήσης στην Ευρώπη, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι Βρετανικές αστυνομικές αρχές διεκδικούν παγκόσμια πρωτοτυπία έχοντας σε ισχύ ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο εθελοντισμού στην Αστυνομία [18] από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Η εφαρμογή του θεσμού συνεχίζει να αποδίδει θετικά αποτελέσματα, ενώ ακόμη και σήμερα τυγχάνει εξαιρετικής αποδοχής από τη Βρετανική κοινωνία καθόσον η προσέλευση εθελοντών αστυνομικών διατηρείται σε υψηλά επίπεδα [19] .
Όπως ήδη επισημάνθηκε, όλες οι σύγχρονες μορφές αστυνόμευσης μπορούν να αποδώσουν καλύτερα αποτελέσματα σε συστήματα οργάνωσης και διοίκησης Αστυνομιών που διέπονται από τα χαρακτηριστικά της αποκέντρωσης και της υιοθέτησης σύγχρονων στρατηγικών πρόληψης του εγκλήματος με τη συμμετοχή τοπικών φορέων και πολιτών [20] . Βεβαίως, η κοινοτική αστυνόμευση, ο αστυνομικός της γειτονιάς και η εθελοντική αστυνόμευση δεν αποτελούν πανάκεια για το έργο της Αστυνομίας διότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν σοβαρές μορφές οργανωμένου εγκλήματος για τις οποίες χρειάζονται άλλες ειδικές δομές αστυνομικής συνεργασίας [21] . Αναμφίβολα, όμως, μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση των σχέσεων Αστυνομία και πολιτών, στην καλλιέργεια κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης, καθώς επίσης και στην εδραίωση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών μέσω της καθημερινής παρουσίας του αστυνομικού κοντά στον πολίτη.
Συμπεράσματα
Έχοντας ολοκληρώσει την ανάλυση όλων των σύγχρονων μορφών αστυνόμευσης, διαπιστώνουμε πρωταρχικά ότι όλες διέπονται από το κοινό χαρακτηριστικό της ενεργούς συμμετοχής της κοινότητας και των ίδιων των πολιτών. Παρά το γεγονός ότι καμία από τις σύγχρονες μορφές αστυνόμευσης δεν εισάγει νέα στοιχεία στη γενικότερη εννοιολογική προσέγγιση της αστυνόμευσης, δεν παύουν να αποτελούν μία οργανωμένη και αξιόλογη προσπάθεια κάθε σύγχρονης Αστυνομίας να επιστρέψει στις παραδοσιακές αρχές και αξίες, για τις οποίες συστήθηκε να υπηρετήσει, με τη συμμετοχή των ίδιων πολιτών και της κοινότητας.
Εκ πρώτης όψεως οι σύγχρονες μορφές αστυνόμευσης προβάλλουν ως ένα εξαιρετικά απλό εγχείρημα, όμως οι δυσκολίες εφαρμογής τους είναι τεράστιες όπως άλλωστε προκύπτει από τα προαναφερθέντα αποτελέσματα ποικίλλων ερευνών στο χώρο της Ευρώπης και της Αμερικής. Δεν παύει, βέβαια, η κάθε μορφή αστυνόμευσης να διατηρεί αυτούσια την κοινωνική της διάσταση και να αναδεικνύει την Αστυνομία ως μία υπηρεσία παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, ήτοι, μια υπηρεσία δίπλα στον πολίτη και όχι απέναντι του. Άλλωστε, με αυτή την προοπτική και αυτό τον σκοπό συστήθηκαν και λειτούργησαν οι πρώτες οργανωμένες Αστυνομίες τέλους του 19ου – αρχές του 20ου αιώνα, πλην όμως στην ιστορική τους εξέλιξη παρέκλιναν της πορείας τους, καθόσον χρησιμοποιήθηκαν για διάφορους πολιτικούς σκοπούς και προτεραιότητες. Αυτή η παρέκκλιση της αποστολής της Αστυνομίας σε συνδυασμό με τις καταλυτικές επιρροές που υπέστη από τις ραγδαίες πολιτικές, κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, καθώς και τα επιπρόσθετα ξένα προς την αποστολή της έργα που της ανατέθηκαν, είχαν ως αποτέλεσμα να την αποξενώσουν από την κοινότητα και τους πολίτες και συχνά μάλιστα να βρεθεί αντιμέτωπη μαζί τους εξυπηρετώντας συμφέροντα των εκάστοτε κυρίαρχων τάξεων. Οι νέες μορφές αστυνόμευσης, λοιπόν, σηματοδοτούν την επιστροφή της Αστυνομίας στις βασικές αρχές της αποστολής της, η εκπλήρωση της οποίας δεν είναι δυνατή χωρίς την ενεργή συμμετοχή των αρμοδίων κοινωνικών φορέων των πολιτών.
Η σύγχρονη Αστυνομία του 21ου αιώνα έχει να αντιμετωπίσει ευρείας κλίμακας προκλήσεις, λόγω της ραγδαίας και απρόβλεπτης ανάπτυξης του οργανωμένου εγκλήματος σε όλες τις εκφάνσεις του, και, ως εκ τούτου, η συμμετοχή και η στήριξη του κοινού στο έργο της Αστυνομίας μπορεί να διασφαλισθεί μόνο μέσα από την ανάπτυξη και υλοποίηση στρατηγικών νέων μορφών αστυνόμευσης.
*Ο Α/Υ Ευάγγελος Στεργιούλης είναι Δρ. Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και υπηρετεί στη Δ.Δ.Α.Σ./Α.Ε.Α.
[1] Για την έννοια του ‘ community policing ’ με αναφορές και στην Ελλάδα βλ. Παπαθεοδώρου, Θ. Δημόσια Ασφάλεια και Αντεγκληματική Πολιτική, (Νομική Βιβλιοθήκη), 2002, σελ. 307-312
[2] Τα θέματα της αστυνόμευσης με την κοινότητα και του Αστυνομικού της γειτονιάς έχουν συζητηθεί εκτενώς στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, για την εναρμόνιση των προσπαθειών των κρατών μελών έχει εκδοθεί σχετικό εγχειρίδιο, βλ. Έγγραφο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης :7521/03, ENFOPOL 19, Community policing – Best practice concerning neighbourhood and community policing, 20 March 2003.
[3] Βλ . ενδεικτικά Dantzker, M. L., Understanding Today’s Police, (Englewood Cliffs), 1995, Greene, J.R/Mastrofski S.D. Community Policing: Rhetoric or Reality, (Praeger), N.Y. 1988, επίσης , Alpert, G.P./Piquero, A., (eds). Community Policing: Contemporary Readings , (Waveland Press), IL, 1997 , και Oliver, W.M./Bartgis, E. « Community Policing: A conceptual framework », Policing: An international journal of police strategies and management, Vol. 21 Number 4, 1998, p. 490.
[4] Βλ. εκτενή και λεπτομερή ανάπτυξη του συσχετισμού της μείωσης του φόβου του εγκλήματος μέσω της εφαρμογής του συστήματος αστυνόμευσης με την κοινότητα ( community policing ) στους Roh , Sunghoom / Oliver , Willard . « Effects of community policing upon fear of crime. Understanding the causal linkage », Policing: An international journal of police strategies and management, Vol. 28 Number 4, 2005, p. 670-681
[5] Βλ . εκτενείς μελέτες για την αστυνόμευση με την κοινότητα που καλύπτουν αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες , όπως , Γερμανία , Βέλγιο , Ιρλανδία , Ηνωμένο Βασίλειο , Αυστρία , Ουγγαρία , Πολωνία . στο : Dolling , D . & Feltes , T . ( Eds ), Community policing – Comparative Aspects of Community Oriented Police Work , ( Felix ), 1993.
[6] Ζαραφωνίτου, Χ. « Ο φόβος του εγκλήματος», Ποινική Δικαιοσύνη, Τεύχος 2/2001, σελ. 186.
[7] Βλ. αποτελέσματα σχετικής έρευνας για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της κοινοτικής αστυνόμευσης στις Η.Π.Α: Lilley , David / Hinduja Sameer . “Officer evaluation in the community policing context”, στο Policing: An International journal of Police Strategies & Management, Vol.29 (1), 2006, p.19-37
[8] Normandeau , Andre . «Η κοινοτική αστυνομία στη Βόρεια Αμερική: Το μοντέλο της αστυνομίας της γειτονιάς στο Μόντρεαλ», Μετάφραση Ζαραφωνίτου Χρ., «Ποινική Δικαιοσύνη», 3/2006, σελ. 316-328
[9] Willmott, P.. (ed), Policing and the Community, (Policy Studies Institute), London , 1987, p. 23, 37, 61.
[10] Βλ . σχετικά πορίσματα έρευνας στο Van den Broeck, T. ‘Community policing and democratic policing’, University of Brussels-Criminology Department, (Paper presented at the American Society of Criminology, Toronto, Canada, November 16-20, 1999)
[11] Βλ. αποτελέσματα σχετικών ερευνών στο Worrall , John / Zhao , Jihong . ‘ The role of the COPS Office in community policing’ στο Policing: An International Journal of Police Strategies and Management’ , Vol. 26, No 1, 2003, pp 64-87
[12] Για η σημασία της συμμετοχής της κοινότητας στις πολιτικές της αστυνόμευσης βλ. Hughes, Gordon / Edwards, Adam. (eds). Crime Control and Community: the new politics of public safety, (Willan), England , 2002
[13] Συνέντευξη του Γάλλου Υπουργού Εσωτερικών Νικολά Σαρκοζί για τα εκτεταμένα επεισόδια και την κοινωνική αναταραχή που δημιούργησαν στη Γαλλική κοινωνία τον Οκτώβριο 2005 όπου οι Γαλλικές Αστυνομικές δυνάμεις προέβησαν σε 5.000 συλλήψεις και προσαγωγές ατόμων εμπλεκομένων στα επεισόδια. Βλ. «Αστυνομική Ανασκόπηση», τευχ. 239/2006, (Αστυνόμος Β΄ Λιασή Αρετή), σελ. 32.
[14] Fielding , Nigel . ‘Community policing: Fighting crime or fighting colleagues?’ στο International Journal of Police Science and Management, Vol. 3, No 4, 20 01, pp. 289-302
[15] Ο θεσμός του αστυνομικού της γειτονιάς έχει τεθεί σε εφαρμογή και στην Ελλάδα, ενώ προσφάτως, ένας νέος θεσμός τέθηκε σε ισχύ, «ο τοπικός αστυνόμος», παραπλήσιος του θεσμού του αστυνομικού της γειτονιάς, με συγκεκριμένα καθήκοντα συμπεριλαμβανομένων και των προανακριτικών καθηκόντων, βλ. σχετικές διατάξεις του Π.Δ. 49/13 Μαρτίου 2006, ΦΕΚ-51Α
[16] Βλ. αποτελέσματα σχετικής δημοσκόπησης για το θεσμό του «αστυνομικού της γειτονιάς» στο Normandeau , Andre . «Η κοινοτική αστυνομία στη Βόρεια Αμερική: Το μοντέλο της αστυνομίας της γειτονιάς στο Μόντρεαλ», Μετάφραση Ζαραφωνίτου Χρ., «Ποινική Δικαιοσύνη», 3/2006, σελ. 320
[17] Findley, Mark / Zvekic Ugliesa. Alternative Policing Styles, Cross- Cultural Perspectives, United Nations Interregional Crime and Justice Research Institute, (Kluwer Law and Taxation Publishers), Deventer/Boston, 1993, p. 23
[18] Στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχουν συνολικά 43 Αστυνομίες και όλες διαθέτουν εθελοντές αστυνομικούς οι οποίοι διορίζονται από τον Αρχηγό της κάθε Αστυνομίας σύμφωνα με διατάξεις συγκεκριμένης νομοθεσίας. Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με νομικές και άλλες πληροφορίες για τον εθελοντισμό στην Αστυνομία στο Ηνωμένο Βασίλειο, βλ. τις επίσημες ιστοσελίδες των Βρετανικών Αστυνομικών Αρχών: www . specialconstables . gov . uk και www . policecouldyou . co . uk
[19] Σχετικά με την εθελοντική αστυνόμευση στη Βρετανία βλ. συνέντευξη του Αρχηγού της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου, « Αστυνομική Ανασκόπηση»,Υπαστυνόμος Α΄ Λιασή Αρετή, τευχ. 229/2005, σελ. 12.
[20] Ζαραφωνίτου, Χ. Πρόληψη της εγκληματικότητας σε τοπικό επίπεδο, (Νομική Βιβλιοθήκη), 2003, σελ. 22 κ. επ.
[21] Dieter Dolling & Thomas Feltes. (Eds), Community Policing-Comparative Aspects of Community Oriented Police Work, (Felix), 1993, p. 9.




