Ηλικία και εγκληματικότητα

Ηλικία και εγκληματικότητα*
Του Αντωνίου Δ. Μαγγανά Καθηγητή στον Τομέα Εγκληματολογίας

Τα εγκλήματα, γενικά, προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός δράστη ο οποίος ως ανθρώπινο ον υφίσταται τις επιδράσεις πολλών παραγόντων τόσο εσωτερικών, της ιδιοσυστασίας του δηλαδή, όσο και εξωτερικών. Καθοριστικό ρόλο παίζει στο επίπεδο της εγκληματογέννεσης και η ηλικία του ατόμου.

Πράγματι η ηλικία αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα πρόβλεψης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Με το πέρασμα του χρόνου το σώμα μεταμορφώνεται πράγμα που προσφέρει νέες δυνατότητες αλλά και επιβάλλει νέους περιορισμούς. Οι καθημερινές μας δραστηριότητες επηρεάζονται αντίστοιχα(1)

Κατά τη γέννησή του παιδιού η ηλικία της μητέρας και ο αριθμός των εβδομάδων κύησης αποτελούν παράγοντες κινδύνου για το νεογέννητο. Τα παιδιά που γεννιούνται από νεαρές μητέρες και εκείνα που γεννήθηκαν πρόωρα παρουσιάζουν συχνότερα προβλήματα στην ανάπτυξη που συνδέονται με παραβατική συμπεριφορά κατά την εφηβεία. Οι διάφορες μελέτες καταδεικνύουν μια συνέχεια στη συμπεριφορά. Τα παιδιά που είναι επιθετικά κατά την παιδική ηλικία είναι εκείνα που κατά την εφηβεία θα παρουσιάσουν τις περισσότερες προστριβές με τους άλλους. Οι νέοι παραβατικοί παρουσιάζουν ισχυρές πιθανότητες να γίνουν ενήλικοι παραβάτες. Σε έρευνα των Frechette και Leblanc βρέθηκε ότι ένα 73% των νέων που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο ανηλίκων είχαν ήδη ποινικό μητρώο στα 24 χρόνια τους.

Το μέσο περίπου της εφηβείας αποτελεί μια περίοδο έκρηξης για τις εγκληματικές δραστηριότητες (ως προς τη βαρύτητα, το είδος και τη συχνότητα). Για την πλειονότητα των νέων η παραβατικότητα της εφηβείας δεν είναι σοβαρή και παίρνει τέλος από μόνη της πριν την ενηλικίωση του εφήβου.

Η ατομική προσέγγιση μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι το έγκλημα παρουσιάζει μεγαλύτερη συχνότητα σε ορισμένες στιγμές της ζωής. Τα μικρά παιδιά που είναι τα πλέον βίαια δεν διαθέτουν τα μέσα για να εκδηλώσουν τη βιαιότητά τους και υφίστανται τον έλεγχο των ενηλίκων. Οι έφηβοι, από την πλευρά τους, έχουν συχνά τη διάθεση και την πρόθεση να παραβούν τους νόμους και διαθέτουν τα μέσα. Η ωριμότητα, η εργασία και η οικογένεια μειώνουν την επιθυμία για το έγκλημα στα ενήλικα άτομα. Μια περίοδος ανόδου της νεανικής παραβατικότητας μπορεί να έχει ως συνέπεια την άνοδο του γενικού δείκτη της εγκληματικότητας για τα επόμενα 10-20 χρόνια.

Πάντως η άποψη ότι η νεότητα συνδέεται στενά με την εγκληματικότητα δεν αντιπροσωπεύει, αναγκαστικά, την αλήθεια. Η νεότητα χαρακτηρίζει , κυρίως. τη λιγότερο σοβαρή και βίαιη εγκληματικότητα. Όμως η σοβαρή παραβατικότητα, η βίαιη, η οργανωμένη καθώς και εκείνη που προέρχεται από τις πιο περιθωριοποιημένες ομάδες πηγάζει περισσότερο από τους ώριμους ενήλικους. Στα 30 χρόνια οι περισσότεροι νέοι έχουν σταματήσει τις εγκληματικές τους δραστηριότητες.

Οι συγγραφείς της μελέτης αυτής της Revue Criminologie (2) ασχολούνται με την επίδραση της δημογραφικής εξέλιξης στην εγκληματικότητα. Τη δεκαετία του ’60 εθεωρείτο ότι η αύξηση της εγκληματικότητας στις ΗΠΑ μπορούσε να εξηγηθεί από τη δημογραφική έκρηξη ( baby boom ). Κανονικά όμως με το πέρασμα της δημογραφικής έκρηξης, τη δεκαετία του ’80, θάπρεπε να υπάρξει μια μείωση της εγκληματικότητας, πράγμα που δεν συνέβη. Η μείωση επήλθε, τελικά, τη δεκαετία του ’90 με μερικά χρόνια καθυστέρηση απ’ ότι είχε προβλεφθεί.

Σύμφωνα με τη δημογραφική θεωρία μια έκρηξη στις γεννήσεις θάπρεπε να έχει ως αποτέλεσμα, 15 χρόνια αργότερα, μια αισθητή άνοδο της νεανικής παραβατικότητας και κατά συνέπεια της συνολικής εγκληματικότητας διότι, απλά, ο αριθμός των ατόμων που ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που παρουσιάζουν τις εντονότερες τάσεις προς το έγκλημα είναι πολύ μεγάλος.

Οι συγγραφείς θεωρούν, παρ’ όλ’ αυτά, ότι και άλλες παράμετροι επηρεάζουν την πορεία της εγκληματικότητας με τις αυξομειώσεις που παρουσιάζουν όπως η ανεργία και ο αριθμός των εγκλείστων. Όσο περισσότεροι φυλακισμένοι υπάρχουν τόσο θα μειωθούν τα εγκλήματα την επόμενη χρονιά. Ορισμένοι θεωρούν ότι η άνοδος του αριθμού των εγκλείστων στις ΗΠΑ συνετέλεσε στην κατά το ¼ μείωση της αμερικανικής εγκληματικότητας τη δεκαετία του ’90. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αυξηθεί ο αριθμός των εγκλείστων δεδομένου ότι το οικονομικό, κοινωνικό και ανθρώπινο κόστος αυτής της αύξησης δεν αντισταθμίζεται από τη μείωση της εγκληματικότητας που μπορεί να ακολουθήσει. Πάντως, η γήρανση του πληθυσμού φαίνεται να επηρεάζει την εξέλιξη της εγκληματικότητας. ¨Αν δεν αλλάξει τίποτε τα επόμενα χρόνια η εγκληματικότητα θα συνεχίσει να μειώνεται.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι δεν στηρίζεται η άποψη ότι η σχέση μεταξύ ηλικίας και εγκλήματος είναι σταθερή. Δεν είναι ορθό να πιστεύουμε ότι η εγκληματικότητα είναι, κυρίως, υπόθεση των εφήβων και των νέων. Απλά, ο αριθμός των ενηλίκων τριαντάρηδων που συνελήφθησαν από την αστυνομία τη δεκαετία του ’90 φαίνεται να είναι συνέπεια του υψηλού αριθμού των νέων παραβατικών της δεκαετίας του ’70.

Η επόμενη δημοσίευση φέρει τον τίτλο «Παραβατικότητα και πεπρωμένο»(3). Οι συγγραφείς ξεκινούν με τη διαπίστωση ότι οι υπότροποι παραβατικοί έχουν 2 έως 5 φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν πρόωρα απ’ ότι οι μη εγκληματίες γεγονός που θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την έντασή της ένταξής τους στην εγκληματικότητα.

Όσον αφορά τους τυχαίους θανάτους πρέπει να αναγνωρισθεί ότι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των παραβατικών είναι η δυσκολία τους να αντισταθούν στους πειρασμούς της στιγμής. Η δυσκολία που έχουν στο να προσαρμόσουν τις αντιδράσεις τους προς εκείνες του περιβάλλοντός τους πιθανόν να δείχνει έναν ελαττωματικό μηχανισμό αυτορρύθμισης ο οποίος προστατεύει τα άτομα από τις αρνητικές συνέπειες των ίδιων των πράξεών τους. Σύμφωνα με την άποψη αυτή οι παραβατικοί είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι της μεγάλης θνησιμότητας που παρουσιάζεται στις τάξεις τους.

Επί πλέον οι ίδιοι γίνονται, συχνά, θύματα επιθέσεων ή κλοπών και η τάση αυτή θα εξακολουθήσει να υφίσταται αν ληφθούν υπ’ όψιν οι συνθήκες διαβίωσής τους (συχνάζουν σε μπαρ και καταναλώνουν αλκοόλ), τα ότι, συχνά , δεν παντρεύονται, ο βαθμός της βίας στο περιβάλλον τους και η ηλικία τους. Επομένως είναι κυρίως η εμπλοκή τους σε παραβατικές δραστηριότητες που καθορίζει το αν θα γίνουν θύματα εγκληματικών πράξεων και η παράμετρος ηλικία ακολουθεί.

Τέλος οι θάνατοι από αυτοκτονία και υπερβολική χρήση ναρκωτικών εμφανίζονται αυξημένοι στους παραβατικούς σε σχέση με τον λοιπό πληθυσμό. Οι παραβατικοί, σύμφωνα με μια σουηδική έρευνα(4), παρουσιάζουν 4 φορές περισσότερες πιθανότητες να αυτοκτονήσουν απ’ ότι οι μη παραβατικοί. Όσον αφορά την υπερβολική χρήση ναρκωτικών το ποσοστό των θανάτων είναι 17% για τους παραβατικούς και 4% για τους μη παραβατικούς. Οι συγγραφείς, πάντως, καταλήγουν στο ότι είναι παρακινδυνευμένο να δεχθούμε τη θεωρία των Hirshi και Gottfredson (5) ότι οι παραβατικοί οδεύουν προς ένα πρόωρο θάνατο είτε από ατύχημα είτε από φυσικά αίτια. Αυτή η προδιάθεση φαίνεται να οφείλεται μάλλον στο ότι οι παραβατικοί δρουν παρορμητικά, απρόσεκτα ή επικίνδυνα σε όλα τα επίπεδα της προσωπικής τους ζωής. Εξ’ άλλου η παραπάνω άποψη δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τον κίνδυνο που παρουσιάζουν τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών και οι θάνατοι από αυτοκτονίες.

Ο βέλγος Καθηγητής Michel Born , στη δημοσίευση που ακολουθεί, υποστηρίζει ότι δεν ισχύει, πλέον, η θέση ότι στο τέλος της νεανικής ηλικίας το άτομο αποσύρεται από την παραβατικότητα. Οι έρευνες που ο ίδιος διεξήγαγε καταλήγουν στο ότι, συχνά, υπάρχει μια συνέχεια της βίας, της παραβατικότητας και, γενικότερα, των αντικοινωνικών συμπεριφορών από την παιδική ηλικία. Ο συγγραφέας εμφανίζεται αρκετά απαισιόδοξος ως προς την επανακοινωνικοποίηση των παραβατικών δεδομένου ότι η κρίση των αξιών οδήγησε τους νέους των 30 χρόνων σε δισταγμό και αμηχανία που προερχόταν τόσο από τη στάση των γονέων όσο και εκείνη των δασκάλων στα σχολεία.

Ακολουθεί μια δημοσίευση που αφορά το πέρασμα στην παραβατικότητα των νεαρών κοριτσιών(6). Παραδοσιακά εθεωρείτο ότι η εγκληματικότητα των γυναικών εξαντλείτο στην πορνεία και στις κλοπές σε καταστήματα. Εδώ και μερικά χρόνια, όμως, διάφορες έρευνες έχουν αλλάξει την κατάσταση και οι νέες απόψεις προβάλλουν στα media την εικόνα της «βίαιης και εγκληματικής» γυναίκας. Πρόσφατες έρευνες καταδεικνύουν ότι οι διάφορες μορφές διαταραχών της συμπεριφοράς που συνιστούν την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά δεν επηρεάζονται από το φύλο. Κατ’ αρχάς, όπως και για τα αγόρια, η είσοδος των κοριτσιών στην παραβατικότητα γίνεται μέσω προσβολών και παραβιάσεων που δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι πρώτες συμπεριφορές αυτού του είδους, που εκδηλώνονται γύρω στα 8 χρόνια αφορούν περιπτώσεις ανυπακοής. Μερικά χρόνια αργότερα, γύρω στα 11, αρχίζουν οι μικροαπάτες και η προσφυγή στη βία. Στα 12 χρόνια υπάρχει, ήδη, μεγάλη ποικιλία παραβατικών συμπεριφορών. Προκλήσεις, ανυπακοή προς τις Αρχές, μικροκλοπές, απειλές, βανδαλισμοί, χρήση ναρκωτικών ουσιών, σκασιαρχεία από το σχολείο αποτελούν, πλέον, ίδιον της συμπεριφοράς της νέας κοπέλας.

Τον επόμενο χρόνο, στα 13, αρχίζουν οι σοβαρές κλοπές και τα αδικήματα με σεξουαλική απόχρωση. Οι συμπεριφορές που σχετίζονται με τον ΚΟΚ έρχονται στα 14 με 16 χρόνια. Φαίνεται λοιπόν ότι η εμπλοκή με την παραβατικότητα για τα νέα κορίτσια αρχίζει κάπου μεταξύ 8 και 16 χρόνων. Η αρχή της εφηβείας συνιστά μια κρίσιμη περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας οι παρεκκλίνουσες συμπεριφορές μπορούν να εμφανισθούν με επιταχυνόμενους ρυθμούς.

Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών προσομοιάζουν προς τα αντίστοιχα που αφορούν τα αγόρια. Κατά συνέπεια οι θεραπευτικές παρεμβάσεις στα νέα κορίτσια πρέπει να γίνονται στην αρχή της εφηβείας και όχι στο τέλος όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα.

Ο Καθ. J . L . Bacher , στην επόμενη δημοσίευση, ασχολείται με την ηλικία των οικονομικών εγκληματιών. Σύμφωνα με έρευνα του Queloz αν και ο μέσος όρος στο σύνολο των οικονομικών εγκληματιών είναι τα 35 χρόνια, η πλειοψηφία είναι μικρότερης ηλικίας. Ειδικότερα για τις απάτες η σχετικά μεγάλη ηλικία εξηγείται από το ότι η πρόσβαση στις ευκαιρίες για απάτη συνδέονται με οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες που είναι ίδιο των ενηλίκων. Για το αδίκημα της απάτης τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας του Καναδά δίνουν τα 29 χρόνια ως mediane ενώ για τα άλλα εγκλήματα κατά της περιουσίας δίνουν τα 21. Εξ’ άλλου οι απατεώνες φαίνεται ότι παραιτούνται από την εγκληματική τους δράση αργότερα από εκείνους που τελούν άλλα οικονομικά αδικήματα. Ως προς τις επιμέρους κατηγορίες δραστών απάτης εκείνοι που είναι υπάλληλοι των θυμάτων τους (π.χ. στις επιχειρήσεις) αν και αποτελούν το 25% του συνολικού αριθμού των απατεώνων τελούν ένα 32% των απατών. Από την πλευρά τους οι απατεώνες «πελάτες» των επιχειρήσεων που αποτελούν ένα 22% του αριθμού τελούν το 26% των απατών.

Η μεγαλύτερη ηλικία των απατεώνων τους επιτρέπει να αποκτήσουν περισσότερες ικανότητες γνώσεις και εμπειρίες πράγμα που συντελεί στο να τελούν σημαντικές απάτες. Εν κατακλείδι, το σύνολο των δραστών απάτης έχει μέση ηλικία κατά 8 ή 9 χρόνια μεγαλύτερη των κλεπτών.

Στο επίπεδο της καταστολής, οι ανακρίσεις για απάτη σπάνια καταλήγουν στην απαγγελία κατηγοριών (30-35%), οι δε ποινές φυλάκισης που επιβάλλονται είναι πολύ πιο μικρές απ’ ότι όταν πρόκειται για άλλους οικονομικούς εγκληματίες.. Οι δράστες ενεργούν, τις περισσότερες φορές, μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας και, συχνά, κατά την υπογραφή εμπορικών συμβολαίων.

Στο Τεύχος αυτό περιλαμβάνεται, εκτός θέματος, και μια σημαντική δημοσίευση της Διδάκτορος Sandra Longtin που εστιάζει στη διάκριση μεταξύ «αποδικαστικοποίησης» ( dejudiciarisation ) και «μη-δικαστικοποίησης» ( non – judiciarisation ) της συμπεριφοράς των νέων παραβατικών καθώς και στους παράγοντες που επιδρούν για την επιλογή της μιας από τις δύο αυτές λύσεις Η συγγραφέας ξεκινά με την υπόθεση ότι υπό το επικάλυμμα της εξωδικαστικής ρύθμισης γίνεται όλο και περισσότερο προσφυγή στην εξουσία των διωκτικών αρχών. Οι στατιστικές έρευνες που διεξήγαγε για την Επαρχία του Quebec δείχνουν, καθαρά, ότι ο αριθμός των νέων παραβατικών των οποίων η περίπτωση ρυθμίστηκε εξωδικαστικά αυξάνεται σημαντικά ενώ μειώνεται ο αριθμός των νέων κατά των οποίων απαγγέλλονται κατηγορίες. Για παράδειγμα, όσον αφορά τα εγκλήματα βίας, ενώ το ποσοστό των νέων κατά των οποίων απαγγέλθηκαν κατηγορίες αυξάνει κατά 10%, το ποσοστό των περιπτώσεων που ρυθμίστηκαν έξω από τον μηχανισμό της ποινικής δικαιοσύνης αυξάνει κατά 149%. Για τα εγκλήματα κατά της περιουσίας υπάρχει μείωση 52% για την πρώτη λύση και αύξηση 107% για τη δεύτερη. Η ίδια τάση παρουσιάζεται και στα άλλα αδικήματα.

Η S . Longtin . εκφράζει την άποψη ότι οι αστυνομικές πρακτικές και οι πολιτικές της Διοίκησης επηρεάζουν τις απαγγελίες κατηγοριών. Ο παράγων «γενική κατάσταση» της οικονομίας συνετέλεσε σ’αυτή την ουσιαστική αλλαγή στο χειρισμό των νέων παραβατικών. Τη δεκαετία του ’90 η οικονομική ύφεση που γνώρισε το Quebec επέφερε σημαντικές αλλαγές στον κοινωνικό ιστό. Γενικότερα και όσον αφορά τον αριθμό των υπόπτων για την τέλεση αδικημάτων, ενώ υπήρξε μείωση των αδικημάτων κατά της περιουσίας τη δεκαετία του ’90 (από 60 σε 52%) η βίαιη παραβατικότητα αυξήθηκε από 14 σε 21%.

Ως συνέπεια της αύξησης των περιπτώσεων εξωδικαστικής ρύθμισης και της αντίστοιχης μείωσης των απαγγελιών κατηγοριών από το 1996 και εντεύθεν ένας ανήλικος έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να τύχει εξωδικαστικής μεταχείρισης τόσο για τα εγκλήματα βίας όσο και κατά της περιουσίας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο Quebec οι ειδικοί που πλαισιώνουν τους νέους προτιμούν τις εναλλακτικές, ως προς τον εγκλεισμό, λύσεις. Με βάση, όμως, τις έρευνες της συγγραφέως, δεν μπορεί να παραμερισθεί η υπόθεση σύμφωνα με την οποία οι πολιτικές της διοίκησης βασίζονται σε μια οικονομική λογική που ευνοεί την εξωδικαστική ρύθμιση. Με τον τρόπο αυτό, η ελάττωση της καταστολής που παρουσιάζεται με το επικάλυμμα της «αποδικαστικοποίησης» στην πράξη υλοποιείται με μια πιο συχνή παρέμβαση των διωκτικών αρχών μέσω της άσκησης της διακριτικής εξουσίας που διαθέτουν. Με την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας πολλοί νέοι που είναι ύποπτοι τέλεσης αδικημάτων δεν εμπλέκονται στα γρανάζια του ποινικού μηχανισμού. Μπροστά σ’ένα πρώτο αδίκημα, ιδιαίτερα όταν δεν είναι σοβαρό, ο αστυνομικός έχει τη δυνατότητα να μην παραπέμψει το νέο στη δικαιοσύνη αλλά να προτιμήσει μια άτυπη ρύθμιση.

Είναι γεγονός ότι η διακριτική εξουσία είναι στο επίκεντρο της δουλειάς του αστυνομικού. Φθάνει κάποια στιγμή όπου το άτομο εξαρτάται από την ορθή κρίση ενός αστυνομικού. Ο τελευταίος, ως πρώτος παρεμβαίνων, παίζει ένα καθοριστικό ρόλο στη μεταχείριση του ανηλίκου αν και υπάρχουν και άλλοι παρεμβαίνοντες του συστήματος που μπορούν να ασκήσουν τη διακριτική τους εξουσία όπως ο εισαγγελέας (θέση της υπόθεσης στο αρχείο) ή οι δικαστές (αποδοχή ή απόρριψη των αποδεικτικών στοιχείων). Πρόκειται για τα διαδοχικά φιλτραρίσματα που αναφέρει η Εγκληματολογία της Κοινωνικής Αντίδρασης(7).

Παρά τις προσπάθειες της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη διακριτική εξουσία μέσω της ιεραρχικής δομής και των διαφόρων εγκυκλίων, οι αστυνομικοί εξακολουθούν να διαθέτουν μια ευρεία ευχέρεια. Εφαρμογή ή μη του νόμου, διενέργεια ανακρίσεων ή ερευνών για κάποιο άτομο, σύλληψη, σωματική έρευνα. Οι ίδιες συνθήκες μπορούν να ληφθούν υπ’ όψιν με διαφορετικό τρόπο από τον αστυνομικό ανάλογα με το αν προτάσσει την καταστολή ή όχι. Ενίοτε η απόφαση αν θα αναληφθεί δράση μπορεί να εξαρτηθεί από κριτήρια όπως το φύλο, η ηλικία, οι θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις και άλλα στερεότυπα.. Στην πράξη αυτό που είναι επιβλαβές για το σύστημα δεν είναι η διακριτική εξουσία καθ’ εαυτή αλλά η άσκησή της με μη ορθό τρόπο

Από διάφορες έρευνες που έχουν γίνει καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση αν θα παρέμβουμε ή όχι εξαρτάται από τη βαρύτητα της πράξης και το ποινικό παρελθόν του ατόμου. Για τα λιγότερο σοβαρά αδικήματα η διακριτική εξουσία είναι μεγαλύτερη. Τα ατομικά χαρακτηριστικά αυτού που θα αποφασίσει, η εργασιακή κατάσταση και τα διαθέσιμα εναλλακτικά μέτρα παίζουν ένα σημαντικό ρόλο. Οι καταγγελίες λαμβάνονται σοβαρότερα υπ’όψιν όταν προέρχονται από ενήλικους. Συχνά οι αστυνομικοί που εργάζονται σε πολυεθνικές συνοικίες εφαρμόζουν το νόμο με αυστηρότητα και παράμετροι όπως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, το φύλο και η ψυχική υγεία, τόσο του δράστη όσο και του θύματος επηρεάζουν τη λήψη αποφάσεων.

Οι αστυνομικοί ακολουθούν, συνήθως, δύο κατηγορίες κανόνων: τους επίσημους κανόνες που τους δίνονται από τις Σχολές αστυνομίας και τους άτυπους που προέρχονται από συναδέλφους. Τέλος τα Μέσα ενημέρωσης ασκούν σημαντική επίδραση.

Στο Quebec , εδώ και αρκετά χρόνια, λειτουργεί με αποτελεσματικό τρόπο το σύστημα προσφυγής στα εναλλακτικά μέτρα. Στο σημείο αυτό η συγγραφέας κάνει μια διάκριση μεταξύ «από-δικαστικοποίησης»( dejudiciarisation ) και «μη-δικαστικοποίησης» ( non – judiciarisation ). Ο πρώτος όρος πρέπει να χρησιμοποιείται όταν προσφεύγουμε στα εναλλακτικά μέτρα ενώ ο δεύτερος όταν δεν δίνουμε συνέχεια στο δικαστήριο.

Συμπερασματικά, η S . Longtin θεωρεί ότι η όλο και συχνότερη προσφυγή στα εναλλακτικά μέτρα, λιγότερο καταναγκαστικά και στιγματιστικά, βρίσκει ισχυρή στήριξη από τους ειδικούς που πλαισιώνουν τους νέους. ¨Όμως η αύξηση είναι τόσο σημαντική που πρέπει να εξετάζονται σε βάθος τα πραγματικά και ουσιαστικά κίνητρα για τη λήψη μιας απόφασης εξωδικαστικής ρύθμισης της υπόθεσης.

Κατά τη γνώμη μας πάντως το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής΅: Ακόμη και αν αποδειχθεί ότι λόγοι οικονομικοί (ο εγκλεισμός στοιχίζει περισσότερο από τα εναλλακτικά μέτρα) μας οδηγούν στην επιλογή των εναλλακτικών μέτρων αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει το στόχο μας που είναι η αποφυγή της επαφής του νέου με το δικαστικό μηχανισμό. Είτε οι λόγοι είναι οικονομικοί, είτε ανθρωπιστικοί, η σταδιακή αντικατάσταση του εγκλεισμού από τα εναλλακτικά μέτρα έχει, πλέον, δρομολογηθεί στις έννομες τάξεις των πιο προηγμένων χωρών.

Όσον αφορά τη γενικότερη θεματική του Τεύχους «Ηλικία και έγκλημα» θα θέλαμε να προβούμε στις ακόλουθες διαπιστώσεις (8):

α) Οι συγγραφείς των επί μέρους δημοσιεύσεων δεν φαίνεται να δίνουν στον παράγοντα ηλικία τη σημασία που του αποδίδουν επιστήμονες όπως ο Blumstein (9). Για τον τελευταίο, με τη θεωρία του γύρω από τις εγκληματικές καριέρες, η ηλικία θεωρείται σημαντικός παράγων της εγκληματογέννεσης. Οι εγκληματικά ενεργοί ή ανενεργοί παραβατικοί (π.χ. ληστές) διατηρούν αυτά τα χαρακτηριστικά για ένα χρονικό διάστημα και σ’ αυτό το κρίσιμο διάστημα πρέπει να παρέμβει η Πολιτεία. Από την πλευρά τους οι περισσότεροι συγγραφείς αυτού του Τεύχους θεωρούν την ηλικία ως έναν από τους πολλούς παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το άτομο ώστε να περάσει στην εγκληματική πράξη.

β) Η παραπάνω διαπίστωση είναι συνάρτηση του γεγονότος ότι δεν μπορούν να γίνουν πολλά πράγματα απέναντι σ’ αυτό τον παράγοντα. Η ηλικία είναι κάτι το δεδομένο. Πρόκειται για ένα παράγοντα στατικό. Δεν μπορούμε να την επηρεάσουμε εφ’ όσον αποτελεί ένα εξωτερικό στοιχείο του φυσικού οργανισμού όπως και το φύλο. Άραγε πρέπει να περιορισθούμε στην απλή παρουσίαση των στατιστικών στοιχείων.?

γ) Κατά συνέπεια η θεματική αυτού του Τεύχους εξ’ αρχής δεν θα μπορούσε να έχει το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν θέματα που έχουν προκαλέσει διαμάχες και αντεγκλήσεις ως προς τα αίτια του περάσματος στην εγκληματική πράξη. Οι μελετητές και οι επιστήμονες δεν έχουν παρά να διαπιστώσουν ορισμένα ,συχνά αυτονόητα πράγματα όπως το ότι οι εγκληματικές τάσεις μειώνονται όσο περνά η ηλικία.

Πάντως αν και το θέμα μας προβληματίζει ως προς το τι δέον γενέσθαι, δεν παύει να παρουσιάζει ενδιαφέρον με τον τρόπο που αναπτύχθηκε από τους επί μέρους συγγραφείς.

δ) Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και από πλευρά αντεγκληματικής πολιτικής υπό την έννοια ότι η προληπτική πολιτική και τα μέτρα περιστασιακής πρόληψης που πρέπει να ληφθούν μπορεί να επηρεασθούν από την ηλικία των ατόμων τα οποία στοχεύουν. Συχνά, άλλη πρέπει να είναι η πολιτική απέναντι σε ενηλίκους και άλλη απέναντι σε ανηλίκους. Υπ’ αυτή την έννοια τα περιεχόμενα του Τεύχους που παρουσιάσαμε προσθέτουν νέα και ενδιαφέροντα στοιχεία όσον αφορά τις σχέσεις ηλικίας και εγκληματικότητας.

* Revue Criminologie, L’age et la question criminelle, (2002) T εύχος 35 Νο 1

Montreal , PUM.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) M. Ouimet, E. Blais, “L’impact de la démographie sur les tendances de la criminalité”, (2oo2) 35 Criminologie, No1, Montréal, PUM.
2) Supra.
3) Την υπογράφουν οι P . Tremblay , P . P . Pare.
4) Stattin, H., Romelsjo, A., (1995) « Adult mortality in the light of criminality… », Criminal Behaviour and Mental Health, 5, 279-311.
5) Hirshi T., Gottfredson, M.R, (1994) The generality of deviance, New Brunswick, Transaction.
6) Συγγραφείς είναι οι N . Lanctot, M. Bernard, M. Leblanc.
7) Ηλ. Δασκαλάκη, Η εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης, Αθήνα, Σάκκουλας, 1985.
8) Supra
9) Blumstein, A., Cohen, J., Roth, J.A., Visher, C.A., (1981) Criminal careers and career criminals, Washington, National Academy Press.

Τελευταιές Αναρτήσεις