Α΄ Οπλοφορία αστυνομικών – Έλεγχος καταλληλότητας αυτών
Διατάξεις σχεδίου νόμου |
Διεθνείς κανόνες και δίκαιο Ευρωπαϊκών Χωρών |
|
Θεσπίζονται περιορισμοί στην οπλοφορία των αστυνομικών. Δεν επιτρέπεται να οπλοφορούν οι αστυνομικοί που τελούν σε ορισμένες καταστάσεις (διαθεσιμότητα, αργίες κ.λ.π.), καθώς και αυτοί που δεν κρίνονται κατάλληλοι προς τούτο κατά την εκπαίδευση και τον έλεγχο καταλληλότητας.
Καθιερώνεται έλεγχος καταλληλότητας όλων των αστυνομικών. Περιλαμβάνει τακτικό και κατά περίπτωση έλεγχο της φυσικής και της ψυχικής καταλληλότητας αυτών από Επιτροπή Ψυχολόγων και Ψυχιάτρων.
Προβλέπεται αυστηρή βασική και συντηρητική (κατ΄ έτος) εκπαίδευση των αστυνομικών στο χειρισμό και τη χρήση των όπλων.
Παρέχεται εξουσιοδότηση για να ρυθμισθούν με Υπουργική Απόφαση τα θέματα που αφορούν, ιδίως, το είδος του οπλισμού που χρεώνεται στις Υπηρεσίες και το προσωπικό, τον τρόπο ανάρτησης και μεταφοράς αυτού, την εναποθήκευση, τη φύλαξη, τη συντήρηση και την επιθεώρηση του οπλισμού, την ανάλωση των πυρομαχικών και τα μέτρα ασφαλείας και πρόληψης ατυχημάτων. |
Οι Βασικές Αρχές του Ο.Η.Ε. περιέχουν σύσταση στα κράτη μέλη να θεσπίσουν διατάξεις με τις οποίες να καθορίζονται :
α. Οι συνθήκες υπό τις οποίες τα στελέχη της Αστυνομίας νομιμοποιούνται να φέρουν όπλα.
β. Τα είδη των όπλων και πυρομαχικών που επιτρέπονται.
γ. Τα σχετικά με τον έλεγχο, την αποθήκευση και την παράδοση του οπλισμού.
Από τις Ευρωπαϊκές νομοθεσίες, έλεγχο καταλληλότητας των αστυνομικών για να φέρουν όπλα προβλέπει μόνο η νομοθεσία της Σουηδίας, η οποία ορίζει ότι ο αστυνομικός για να πάρει υπηρεσιακό όπλο πρέπει να επιτύχει σε σχετικές εξετάσεις ικανότητας. Στην Αγγλία οι αστυνομικοί κατά κανόνα δεν οπλοφορούν και δεν υπάρχει σχετική νομοθεσία. Οπλοφορούν μόνο όσοι υπηρετούν σε ορισμένες ειδικές Υπηρεσίες. |
Σ υ μ π έ ρ α σ μ α
Οι διατάξεις του Σ.Ν. για το θέμα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικές γιατί, πέραν του ότι εναρμονίζονται πλήρως προς τις Βασικές Αρχές του Ο.Η.Ε., καθιερώνουν ένα λειτουργικό και αποτελεσματικό σύστημα συνεχούς εκπαίδευσης και ελέγχου της καταλληλότητας των αστυνομικών και πρωτοπορούν σε σχέση με τα Ευρωπαϊκά δίκαια, στα οποία κατά κανόνα δεν απαντώνται διατάξεις για τον έλεγχο της καταλληλότητας των αστυνομικών.
Χρήση των όπλων
Διατάξεις σχεδίου νόμου |
Διεθνείς κανόνες και δίκαιο Ευρωπαϊκών Χωρών |
|
1. Καθιερώνεται κλιμάκωση της χρήσης των όπλων κατά αξιολογική διαβάθμιση ήτοι : – Εκφοβιστικός πυροβολισμός – Πυροβολισμός κατά πραγμάτων – Πυροβολισμός ακινητοποίησης – Πυροβολισμός εξουδετέρωσης
2. Προβλέπεται ότι, πριν από κάθε χρήση πυροβόλου όπλου, πρέπει να έχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα μέσα, των οποίων γίνεται ενδεικτική αναφορά στο Σ.Ν. εκτός αν αυτά δεν είναι διαθέσιμα ή πρόσφορα στη συγκεκριμένη περίπτωση (αρχή αναγκαιότητας).
3. Προβλέπεται δήλωση της ιδιότητας του αστυνομικού πριν τη χρήση του όπλου και σαφής και κατανοητή προειδοποίηση για την επικείμενη χρήση του, με παροχή επαρκούς χρόνου ανταπόκρισης, εκτός αν αυτό είναι μάταιο ή αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης.
4. Απαιτείται η χρήση του πυροβόλου όπλου να μην συνιστά υπερβολικό μέτρο σε σχέση με την απειλούμενη βλάβη και την επικινδυνότητα της απειλής (αρχή αναλογικότητας) και να έχουν εξαντληθεί οι ηπιότερες χρήσεις του όπλου, εκτός αν αυτό θα ήταν σαφώς ακατάλληλο ή μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ή θα αύξανε τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης (αρχή επιείκειας).
5. Προσδιορίζονται με σαφήνεια οι περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται κάθε είδους χρήση του όπλου. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι : α. Εκφοβιστικός πυροβολισμός ή πυροβολισμός κατά πραγμάτων επιτρέπεται για την αποτροπή κινδύνου ή εξακολούθησης μιας παράνομης κατάστασης ή για προειδοποίηση του δράστη ή του καταδιωκόμενου ότι επίκειται πυροβολισμός κατ΄ αυτού. β. Ο πυροβολισμός ακινητοποίησης επιτρέπεται : (1) Για την απόκρουση ένοπλης επίθεσης εναντίον ανθρώπου, είτε αυτή άρχισε είτε επίκειται άμεσα. (2) Για την αποτροπή τέλεσης ή εξακολούθησης ενός σοβαρού εγκλήματος (κοινώς επικινδύνου κακουργήματος ή κακουργήματος που τελείται με χρήση ή απειλή χρήσης σωματικής βίας ή πλημμελήματος που διαπράττεται με ένοπλη βία, καθώς και για τη διάσωση του προσβαλλομένου εννόμου αγαθού. (Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις πρόκειται για εξειδικεύσεις της άμυνας). (3) Για την νόμιμη σύλληψη ατόμου που αντιστέκεται και φέρει όπλο (αποτροπή κινδύνου κατά σώματος ή ζωής). (4) Για την αποτροπή σοβαρού διασυνοριακού εγκλήματος που επιχειρείται από ένοπλους (αποτροπή σοβαρού εγκλήματος που ενέχει κίνδυνο σώματος ή ζωής). (5) Για την προστασία εγκαταστάσεων ή χώρων, όπου φυλάσσονται επικίνδυνα αντικείμενα, ή πειστήρια εγκλήματος, εφόσον επιχειρείται από ένοπλο η προσβολή ή αφαίρεσή τους (προστασία σπουδαίων αγαθών και αποτροπή κινδύνου σώματος ή ζωής). (6) Για την αποτροπή απόδρασης ή ελευθέρωσης κρατουμένων που επιχειρείται με ένοπλη επίθεση (αποτροπή εγκλήματος που ενέχει κίνδυνο κατά σώματος ή ζωής). (7) Για την αποτροπή αφοπλισμού αστυνομικού γ. Ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις αυτοάμυνας και άμυνας υπέρ τρίτων (απόκρουση επίθεσης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης και διάσωση ομήρων, για τους οποίους απειλείται τέτοιος κίνδυνος).
6. Προβλέπεται απαγόρευση πυροβολισμού κατά προσώπου : α. Αν υπάρχει κίνδυνος να πληγούν αμέτοχοι. β. Εναντίον ενόπλου πλήθους, αν υπάρχει κίνδυνος να πληγούν άοπλοι. γ. Εναντίον ανηλίκου, εκτός αν κινδυνεύει άμεσα ανθρώπινη ζωή. δ. Εναντίον φεύγοντος προσώπου.
7. Προβλέπονται, τέλος αυστηρές κυρώσεις, για τους αστυνομικούς που κάνουν παράνομη χρήση πυροβόλου όπλου. |
1. Τέτοια κλιμάκωση δεν προβλέπεται ρητά, ούτε σε διεθνείς κανόνες, ούτε στο δίκαιο των άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών. Τεκμαίρεται όμως από τις γενικές διατυπώσεις που υπάρχουν στα δίκαια αυτά. Συγκεκριμένα: Ο Κώδικας του Ο.Η.Ε. για τη συμπεριφορά των στελεχών που είναι επιφορτισμένα με το καθήκον επιβολής του νόμου τονίζει στο άρθρο 3 ότι τα ανωτέρω στελέχη μπορούν να χρησιμοποιούν βία μόνο όταν αυτό είναι απολύτως απαραίτητο και στο βαθμό που αυτό απαιτείται για την εκτέλεση του καθήκοντός τους. Σύμφωνα με το σχολιασμό του Ο.Η.Ε. στο ανωτέρω άρθρο, τα όπλα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο όταν ο εγκληματίας αντιστέκεται ενόπλως ή θέτει σε κίνδυνο τις ζωές άλλων ατόμων και εφόσον λιγότερο ακραία μέτρα δεν επαρκούν για τον περιορισμό ή τη σύλληψή του. Οι Βασικές Αρχές του Ο.Η.Ε. προβλέπουν ότι η χρήση όπλων δικαιολογείται μόνον όταν λιγότερο ακραία μέσα είναι ανεπαρκή για την επίτευξη του σκοπού και ότι τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα όπλα χρησιμοποιούνται μόνον όταν πρέπει και με τρόπο που μειώνει τον κίνδυνο μη αναγκαίας σωματικής βλάβης. Η Γερμανική και η Αυστριακή νομοθεσία προβλέπει ότι οι αστυνομικοί υπάλληλοι οφείλουν να επιλέγουν, μεταξύ περισσοτέρων διαθέσιμων και κατάλληλων μέσων, εκείνο που επιφέρει την μικρότερη δυνατή βλάβη. Η χρήση όπλων εναντίον προσώπων επιτρέπεται μόνο εφόσον ο σκοπός δεν επιτυγχάνεται με τη χρήση όπλων εναντίον πραγμάτων. Προβλέπει επίσης τον πυροβολισμό στον αέρα, ως προειδοποιητικό πυροβολισμό. Προειδοποιητικό πυροβολισμό προβλέπουν επίσης οι νομοθεσίες της Ισπανίας, Πορτογαλίας και Σουηδίας. Επίσης, στην Ισπανική νομοθεσία διατυπώνεται η αρχή ότι με τη χρήση του όπλου πρέπει να επιδιώκεται η μικρότερη δυνατή βλάβη. 2. Η χρήση των ηπιότερων μέσων δεν αναφέρεται ρητά στο διεθνές δίκαιο, υπονοείται όμως από τη γενική διατύπωση των σχετικών διατάξεων, όπως "η χρήση όπλων δικαιολογείται μόνο όταν λιγότερο ακραία μέσα είναι ανεπαρκή για την επίτευξη του σκοπού" (Βασικές Αρχές του Ο.Η.Ε.). Από τις νομοθεσίες των άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών, σε δύο μόνο γίνεται ρητή αναφορά στη χρήση ηπιότερων μέσων (Γερμανία – Αυστρία). Στις λοιπές η χρήση των ηπιότερων μέσων υπονοείται, είτε με την αναφορά στην αρχή της αναγκαιότητας (Ισπανία, Πορτογαλία, Σουηδία), είτε με τη διατύπωση του τύπου "δεν δύναται να αποτραπεί κατ΄ άλλο τρόπο", "δεν δύνανται να υποχρεωθούν προς τούτο, παρά μόνο με τη χρήση των όπλων", "όταν δεν υπάρχουν άλλα μέσα αναχαίτισης ή καταστολής". 3. Στις Βασικές Αρχές του Ο.Η.Ε. (άρθρο 10) αναφέρεται ότι στις περιπτώσεις που προβλέπεται η χρήση όπλων κατά προσώπων πρέπει οι υπάλληλοι να κάνουν γνωστή την ιδιότητά τους και να καταστήσουν σαφές ότι προτίθενται να χρησιμοποιήσουν όπλα, δίδοντας επαρκή χρόνο ανταπόκρισης, εκτός αν αυτό θα έθετε τα στελέχη σε αδικαιολόγητο κίνδυνο ή θα έθετε σε κίνδυνο θανάτου ή σοβαρής βλάβης άλλα άτομα ή θα ήταν σαφώς ακατάλληλο ή μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Προειδοποίηση προβλέπουν σχεδόν όλες οι νομοθεσίες των Ευρωπαϊκών χωρών, πλην της Αγγλίας και της Ιταλίας, ενώ δήλωση της ιδιότητας του αστυνομικού προβλέπουν μόνο οι νομοθεσίες της Ισπανίας, Λουξεμβούργου και Σουηδίας. Η προειδοποίηση διατυπώνεται συνήθως με τη φράση "Αλτ ή πυροβολώ" ή εκφράζεται με προειδοποιητικό πυροβολισμό. 4. Οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας εκφράζονται στο άρθρο 3 του Κώδικα του Ο.Η.Ε., το οποίο ορίζει ότι τα όργανα μπορούν να χρησιμοποιούν βία όταν αυτό είναι απολύτως απαραίτητο και στο βαθμό που αυτό απαιτείται για την εκτέλεση του καθήκοντός τους.
Στις Ευρωπαϊκές νομοθεσίες γίνεται αναφορά στις ανωτέρω αρχές χωρίς όμως να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους. Μόνο το Γερμανικό δίκαιο αναφέρεται στο περιεχόμενο των εν λόγω αρχών, ορίζοντας ότι η χρήση όπλων επιτρέπεται μόνο εφόσον άλλα μέσα χρησιμοποιούνται χωρίς αποτέλεσμα ή δεν υπόσχονται αποτέλεσμα (αρχή αναγκαιότητας). Τα αστυνομικά όργανα οφείλουν να επιλέγουν, μεταξύ περισσότερων δυνατών και κατάλληλων μέσων, εκείνο που επιφέρει τη μικρότερη βλάβη, ενώ η αναμενόμενη βλάβη δεν πρέπει να τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (αρχή αναλογικότητας). Επίσης, σε πολλές Ευρωπαϊκές νομοθεσίες γίνεται αναφορά στην αρχή της επιείκειας (χρησιμοποίηση λιγότερο ακραίων μέσων, επιδίωξη μικρότερης δυνατής βλάβης). 5. Κατά τις Βασικές Αρχές του Ο.Η.Ε., η χρήση όπλων κατά προσώπων επιτρέπεται μόνο : α. για αυτοάμυνα ή άμυνα υπέρ άλλων ατόμων κατά επαπειλούμενου θανάτου ή σοβαρής βλάβης. β. για την πρόληψη ενός εγκλήματος που συνιστά σοβαρή απειλή ζωής. γ. για τη σύλληψη ατόμου που συνιστά τέτοιο κίνδυνο και προβάλλει αντίσταση ή για την αποτροπή της απόδρασής του. Εξάλλου, στα πλαίσια εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 3 του Κώδικα του Ο.Η.Ε. για τη συμπεριφορά των στελεχών που είναι επιφορτισμένα με το καθήκον επιβολής του νόμου διατυπώθηκε η αρχή ότι τα όπλα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο όταν ο εγκληματίας αντιστέκεται ενόπλως ή με άλλο τρόπο θέτει σε κίνδυνο τις ζωές άλλων ατόμων. Οι Ευρωπαϊκές νομοθεσίες είναι ενδοτικότερες, σε σχέση με το πότε υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή άλλων. Η Γερμανική νομοθεσία π.χ. αρκείται σε "ενδείξεις" ή στο ότι "υπάρχει φόβος" ότι κάποιος θα κάνει χρήση πυροβόλου όπλου ή εκρηκτικών. Η ίδια επίσης νομοθεσία επιτρέπει τη χρήση όπλων εναντίον προσώπου το οποίο επιχειρεί με χρήση βίας (όχι ενόπλου και όχι κατά προσώπων) να ελευθερώσει κρατούμενο, καθώς και εναντίον πλήθους, το οποίο προβαίνει σε πράξεις βίας. Μάλιστα, στην τελευταία αυτή περίπτωση μπορούν να πληγούν και αμέτοχα πρόσωπα, αν αυτό είναι αναπόφευκτο κατά την επέμβαση εναντίον πλήθους. Τις ίδιες περίπου διατάξεις έχει και το Αυστριακό δίκαιο, το οποίο όμως χρησιμοποιεί την έννοια του επικίνδυνου ατόμου. Επιτρέπει δηλ. τη χρήση όπλων για τη σύλληψη ή την αποτροπή απόδρασης ατόμου, το οποίο, είτε από την προσωπικότητά του είτε από τη συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται γενικά επικίνδυνο για άλλα άτομα, περιουσίες ή την ασφάλεια του κράτους. Επίσης, οι Ευρωπαϊκές νομοθεσίες προβλέπουν και άλλες περιπτώσεις χρήσης όπλων, καίτοι δεν υπάρχει εμφανής κίνδυνος ζωής ή ο κίνδυνος είναι γενικός και αφηρημένος όπως : – για τη διάλυση δημοσίας συναθροίσεως όταν το πλήθος προβαίνει σε πράξεις βίας, χωρίς η βία να απαιτείται να είναι ένοπλη ή να στρέφεται κατά προσώπων (Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία) – για την αποτροπή απόδρασης ή ελευθέρωσης κρατουμένων που δεν μπορεί να αποτραπεί με άλλα μέσα, χωρίς να απαιτείται βία και μάλιστα ένοπλη απ΄αυτούς που επιχειρούν την απόδραση ή απελευθέρωση (Γαλλία, Πορτογαλία, Λουξεμβούργο) – για τη σύλληψη ατόμων που συμμετέχουν σε ένοπλες ομάδες ή τρομοκρατικές οργανώσεις ή ιδιαιτέρως επικινδύνων καταζητουμένων, χωρίς να απαιτείται κατά τη στιγμή της σύλληψης να φέρουν όπλα (Ισπανία) – για τη σύλληψη προσώπων στα σύνορα που δεν σταματούν για έλεγχο, χωρίς να απαιτείται να φέρουν όπλα ή να προβαίνουν σε άλλες πράξεις (Γερμανία) – για τη σύλληψη ή την αποτροπή απόδρασης διανοητικά ασθενούς, ο οποίος είναι γενικά επικίνδυνος για την ασφάλεια προσώπων ή πραγμάτων (Αυστρία) – για την απόκρουση επίθεσης κατά δημοσίων ή κοινωφελών εγκαταστάσεων, εφόσον από την επίθεση πρόκειται να προκληθεί σοβαρή βλάβη. Δεν απαιτείται ένοπλη επίθεση, ούτε η βλάβη να αφορά σε πρόσωπα (Πορτογαλία) – για την αντιμετώπιση βίαιης αντίστασης κατά την τήρηση της τάξης, εφόσον οι αντιστεκόμενοι δεν υπακούουν σε σχετική πρόσκληση (Πορτογαλία) – όταν επιτίθενται κατά των αστυνομικών άτομα, ακόμη και αν αυτά είναι άοπλα (Λουξεμβούργο) – όταν οι αστυνομικοί δεν δύνανται να υπερασπισθούν κατ΄ άλλο τρόπο τα Σωφρονιστικά Καταστήματα, τις θέσεις ή τα πρόσωπα που φρουρούν (Γαλλία, Λουξεμβούργο) – όταν οι αστυνομικοί δεν δύνανται κατ΄ άλλο τρόπο να ακινητοποιήσουν οχήματα, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εικαζομένων δραστών εγκλήματος και των οποίων οι οδηγοί δεν σταματούν σε σχετική εντολή. Όταν, επίσης, καταζητούμενοι κακοποιοί παραβιάζουν εκ προθέσεως οδόφραγμα (Λουξεμβούργο) – όταν εκδηλωθεί επίθεση κατά πομπής μεταφοράς χρημάτων ή άλλων αξιών, ακόμη και αν οι επιτιθέμενοι τραπούν σε φυγή, αποκομίζοντας το σύνολο ή μέρος των χρημάτων ή αξιών (Λουξεμβούργο) ΄Οσον φορά το θανατηφόρο τραυματισμό από τη χρήση των όπλων, μόνο η νομοθεσία της Γερμανίας και της Ισπανίας κάνει σχετική αναφορά. Στη Γερμανική νομοθεσία αναφέρεται ότι ο πυροβολισμός, ο οποίος με μεγάλη πιθανότητα θα είναι θανατηφόρος, επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτό είναι το μοναδικό μέσο για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου σώματος ή ζωής, ενώ η Ισπανική νομοθεσία αναφέρει ότι με τη χρήση των όπλων πρέπει να επιδιώκεται η μικρότερη δυνατή βλάβη και σε κάθε περίπτωση πρέπει να αντιμετωπίζεται η ανθρώπινη ζωή ως το υπέρτατο αγαθό, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα. 6. Απαγορεύσεις σχετικά με τη χρήση των όπλων διαλαμβάνονται στη Γερμανική νομοθεσία, η οποία απαγορεύει τη χρήση των όπλων εναντίον προσώπων, που κατά την εξωτερική τους εμφάνιση βρίσκονται στην παιδική ηλικία, εκτός αν αυτό αποτελεί το μοναδικό μέσο προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου σώματος ή ζωής, καθώς και όταν πρόκειται να κινδυνεύσουν αμέτοχα πρόσωπα, εκτός αν αυτό είναι αναπόφευκτο στην περίπτωση επέμβασης εναντίον πλήθους. Επίσης, η Ισπανική νομοθεσία απαγορεύει τη χρήση όπλων εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή. Τέλος, η Σουηδική νομοθεσία αναφέρει ότι πρέπει να αποφεύγεται ο πυροβολισμός, όταν υπάρχει κίνδυνος να πληγούν τρίτα αμέτοχα άτομα.
7. Ειδικές κυρώσεις κατά των αστυνομικών που κάνουν κακή χρήση των όπλων δεν αναφέρονται σε καμμία από τις Ευρωπαϊκές νομοθεσίες. |
Σ υ μ π έ ρ α σ μ α
Οι διατάξεις του Σ.Ν. για τη χρήση των όπλων είναι απόλυτα εναρμονισμένες τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα των διεθνών κανόνων, υπερτερούν δε αισθητά του αντίστοιχου δικαίου των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών σε πληρότητα, σαφήνεια και επιείκεια. Σε όλες τις περιπτώσεις που επιτρέπουν τη χρήση των όπλων κατά προσώπων απαιτούν πάντοτε από την άλλη πλευρά είτε "ένοπλη επίθεση", είτε "ένοπλη βία", είτε "ένοπλο άτομο" και συνεπώς να υφίσταται πάντοτε κίνδυνος σώματος ή ζωής, σε αντίθεση με τις Ευρωπαϊκές νομοθεσίες, οι οποίες δεν έχουν αυτό πάντοτε ως προϋπόθεση, προκειμένου να διασφαλίσουν τα αγαθά της δημόσιας τάξης, στα οποία δίδουν προτεραιότητα. Εξάλλου, οι αυστηρές κυρώσεις που προβλέπονται στο Σ.Ν. για τους αστυνομικούς για κακή χρήση του όπλου τους αποβλέπουν στο να καταστήσουν αυτούς περισσότερο προσεκτικούς και υπεύθυνους διασφαλίζοντας παράλληλα τα αγαθά του πολίτη, ενώ τέτοιου είδους κυρώσεις δεν προβλέπονται στις λοιπές Ευρωπαϊκές νομοθεσίες.




