Οπλοφορία, χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς και εκπαίδευσή τους σ΄ αυτά.
Aρθρο 1
Οπλισμός αστυνομικών
Το αστυνομικό προσωπικό, οι ειδικοί φρουροί και οι συνοριακοί φύλακες της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κατέχουν, φέρουν και χρησιμοποιούν σύγχρονο οπλισμό και εκπαιδεύονται σ΄ αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 2800/2000 (Α΄- 41), του παρόντος νόμου και των κατ΄ εξουσιοδότηση αυτών και του Ν.1481/1984 (Α΄-152) εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων.
΄Αρθρο 2
Έννοια όρων
Στον παρόντα νόμο οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής σημασία:
α. Ως αστυνομικοί νοούνται το αστυνομικό προσωπικό, οι ειδικοί φρουροί και οι συνοριακοί φύλακες της Ελληνικής Αστυνομίας.
β. Πυροβόλο όπλο είναι κάθε μηχάνημα που με ωστική δύναμη από την καύση πυρίτιδας εκτοξεύει βολίδα, εκτός των κυνηγετικών όπλων (εδάφιο β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 2168/1993).
γ. Οπλισμός είναι το σύνολο των αντικειμένων του άρθρου 1 του Ν.2168/1993 (Α΄- 147), που επιτρέπεται να φέρει ο αστυνομικός. Διακρίνεται σε στατικό, υπηρεσιακό ατομικό και ιδιωτικό ατομικό. Στατικός είναι ο οπλισμός που παρέχεται στον αστυνομικό από την υπηρεσία για την εκτέλεση συγκεκριμένης αποστολής, μετά το πέρας της οποίας επιστρέφεται και φυλάσσεται σ΄ αυτήν. Υπηρεσιακός ατομικός οπλισμός είναι τα όπλα και τα πυρομαχικά τους, που χρεώνονται από την υπηρεσία στον αστυνομικό για να ευρίσκονται στην κατοχή του. Ιδιωτικός ατομικός οπλισμός είναι το πιστόλι ή το περίστροφο και τα πυρομαχικά τους, που ανήκουν στον αστυνομικό κατά κυριότητα.
δ. Οπλοφορία είναι η κατοχή αντικειμένων οπλισμού, με τρόπο που επιτρέπει την άμεση χρήση τους.
ε. Χρήση πυροβόλου όπλου είναι η κατά τον προορισμό του ενεργοποίηση του όπλου και η εκτόξευση βολίδας (πυροβολισμός). Ο πυροβολισμός, ανάλογα με το στόχο της βολής, κλιμακώνεται σε :
(1) εκφοβιστικό, όταν δεν στοχεύεται η πλήξη οποιουδήποτε στόχου,
(2) κατά πραγμάτων, όταν στοχεύονται πράγματα,
(3) ακινητοποίησης, όταν στοχεύεται η πλήξη μη ζωτικών σημείων του σώματος ανθρώπου και ιδίως των κάτω άκρων αυτού και
(4) εξουδετέρωσης, όταν πιθανολογείται ακόμη και ο θάνατος του στοχευόμενου ανθρώπου.
στ. Ηπιότερα του πυροβολισμού μέσα είναι ιδίως παραινέσεις, προτροπές, χρήση εμποδίων, σωματικής βίας, αστυνομικής ράβδου, επιτρεπτών χημικών ουσιών ή άλλων ειδικών μέσων, προειδοποίηση για χρήση πυροβόλου όπλου και απειλή με πυροβόλο όπλο.
ζ. Ως ηπιότερη χρήση πυροβόλου όπλου νοείται η κατά το εδάφιο ε΄ κλιμάκωση της χρήσης του με τη μικρότερη δυνατή και αναγκαία προσβολή.
η. Ένοπλη επίθεση υπάρχει όταν ο επιτιθέμενος χρησιμοποιεί αντικείμενο του άρθρου 1 του Ν.2168/1993 ή απειλεί με άμεση χρήση του. Ως ένοπλη επίθεση θεωρείται και η απειλή με πειστική απομίμηση όπλου ή με ανενεργό όπλο.
Aρθρο 3
Προϋποθέσεις οπλοκατοχής και οπλοφορίας
1. Ο αστυνομικός κατέχει και φέρει τον οπλισμό, για τον οποίο έχει εκπαιδευθεί, εφόσον κρίνεται σωματικά και ψυχικά κατάλληλος. Ο στατικός οπλισμός φέρεται από τον αστυνομικό, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ.141/1991 (Α΄- 58), της απόφασης της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου και τις σχετικές διαταγές της Υπηρεσίας. Ο υπηρεσιακός ατομικός οπλισμός φέρεται πάντοτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου, της εκλογικής νομοθεσίας και του άρθρου 9 του Ν.2168/1993, επιτρέπεται δε να φέρεται και εκτός αυτής, με την επιφύλαξη των ιδίων ως άνω διατάξεων.
2. Ο αστυνομικός δεν φέρει οπλισμό κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του μόνο κατόπιν σχετικής διαταγής. Η διαταγή αυτή δίδεται, αν κρίνεται ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η οπλοφορία δεν είναι αναγκαία ή είναι επικίνδυνη για την επιτυχία της αποστολής ή για την ασφάλεια του ίδιου ή των πολιτών ή για τη φύλαξη του οπλισμού.
3. Ο αστυνομικός, όταν βρίσκεται εκτός υπηρεσίας ή δεν επιτρέπεται να οπλοφορεί κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, δύναται να παραδίδει τον ατομικό του οπλισμό προς φύλαξη στην Υπηρεσία του.
4. Ο αστυνομικός δεν δικαιούται να οπλοφορεί στις περιπτώσεις που τελεί σε κατάσταση μακράς αναρρωτικής άδειας ή υπηρεσίας γραφείου ή μόνιμης διαθεσιμότητας ή διαθεσιμότητας για λόγους πειθαρχίας ή αργίας με πρόσκαιρη παύση ή αργίας με απόλυση ή έχει χαρακτηρισθεί ως μη κατάλληλος προς τούτο.
5. Ο αστυνομικός υποχρεούται να παραδίδει τον ατομικό οπλισμό του στην Υπηρεσία του :
α. Όταν τίθεται σε κατάσταση, στην οποία απαγορεύεται να οπλοφορεί, εκτός αν, για ειδικούς λόγους που αφορούν την ασφάλειά του, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας του επιτρέψει την οπλοφορία.
β. Όταν παραπέμπεται να δικασθεί για οποιοδήποτε έγκλημα του παρόντος νόμου ή του Ν.2168/1993.
γ. Όταν διατάσσεται σχετικά από το διοικητή του ή τους ιεραρχικά προϊσταμένους αυτού, επειδή πιθανολογείται κακή χρήση ή πλημμελής φύλαξη του όπλου, ιδίως για λόγους υγείας ή παραβίασης των κανόνων και μέτρων ασφαλείας. Για την πιθανολόγηση κακής χρήσης του όπλου για λόγους υγείας, απαιτείται σύμφωνη γνώμη του ψυχολόγου της Υπηρεσίας, εφόσον αυτός υπάρχει. Η διαταγή αυτή, αν δεν ανακληθεί, παύει να ισχύει μετά την παρέλευση τριών μηνών από την έκδοσή της, εκτός αν παραταθεί η ισχύς της από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, ο οποίος, στην περίπτωση που πιθανολογείται κακή χρήση του όπλου για λόγους υγείας του αστυνομικού, παραπέμπει αυτόν στην Επιτροπή του άρθρου 5 του παρόντος νόμου για να γνωματεύσει σχετικά.
δ. Όταν δεν πιστοποιείται η ικανότητά του στο χειρισμό των όπλων κατά τη συντηρητική εκπαίδευση.
ε. Όταν χαρακτηρίζεται ως μη κατάλληλος να οπλοφορεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου.
στ. Όταν λήγει η υπηρεσιακή του σχέση.
6. Ο αστυνομικός, που εμπίπτει στις διατάξεις των εδαφίων δ΄ και ε΄ της προηγούμενης παραγράφου, δεν λαμβάνει το επίδομα ειδικής απασχόλησης Δημόσιας Τάξης και Ασφάλειας του εδαφίου β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Ν.2448/1996 (Α΄- 279), όπως ισχύει κάθε φορά, και δεν επιτρέπεται να εισαχθεί στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας. Αν πρόκειται για Αξιωματικό, εφαρμόζονται ως προς την εξέλιξη και την τοποθέτησή του οι διατάξεις που ισχύουν για τους αξιωματικούς της κατάστασης υπηρεσίας γραφείου.
7. Ο αστυνομικός, που σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου κατέχει υπηρεσιακό ατομικό όπλο, επιτρέπεται να κατέχει και να φέρει και ιδιωτικό ατομικό όπλο, για το οποίο χορηγείται από την Υπηρεσία άδεια αγοράς και άδεια κατοχής και οπλοφορίας.
8. Ο αστυνομικός επιτρέπεται να φέρει το ιδιωτικό ατομικό όπλο με τις ίδιες προϋποθέσεις που φέρει και το υπηρεσιακό ατομικό όπλο. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και για το ιδιωτικό ατομικό όπλο. Σε περίπτωση υποχρεωτικής παράδοσης αυτού, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων των εδαφίων ε΄ και στ΄ της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου ή λόγω θέσεως του αστυνομικού σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου ή μόνιμης διαθεσιμότητας, ανακαλείται η άδεια κατοχής και οπλοφορίας και εφαρμόζονται περαιτέρω οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 10 του Ν. 2168/1993. Στις λοιπές περιπτώσεις υποχρεωτικής παράδοσης, το όπλο φυλάσσεται στην Υπηρεσία μέχρι να αρθούν οι λόγοι παράδοσής του.
9. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν την προμήθεια, την κατανομή και το είδος του οπλισμού που χρεώνεται στις Υπηρεσίες και το προσωπικό ανάλογα με την υπηρεσιακή του θέση, τον τρόπο ανάρτησης και μεταφοράς αυτού, την επιθεώρηση και εναποθήκευση του οπλισμού, την ανάλωση των πυρομαχικών, την φύλαξη και συντήρηση του οπλισμού, τα μέτρα ασφαλείας και τα μέτρα για την πρόληψη ατυχημάτων, τις υποχρεώσεις του προσωπικού και των Υπηρεσιών για τον οπλισμό, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
΄Αρθρο 4
Χρήση πυροβόλου όπλου και αρχές που τη διέπουν
1. Ο αστυνομικός επιτρέπεται κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του να προτάσσει το πυροβόλο όπλο, εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι συντρέχει κίνδυνος ένοπλης επίθεσης σε βάρος αυτού ή τρίτου, ιδίως σε περιπτώσεις ελέγχου υπόπτων προσώπων ή χώρων, νόμιμης σύλληψης ή απόδρασης κρατουμένου.
2. Ο αστυνομικός επιτρέπεται να κάνει χρήση πυροβόλου όπλου, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση του καθήκοντός του και συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:
α. Έχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα μέσα, εκτός αν αυτά δεν είναι διαθέσιμα ή πρόσφορα στη συγκεκριμένη περίπτωση.
β. Έχει δηλώσει την ιδιότητά του και έχει απευθύνει σαφή και κατανοητή προειδοποίηση για την επικείμενη χρήση πυροβόλου όπλου, παρέχοντας επαρκή χρόνο ανταπόκρισης, εκτός αν αυτό είναι μάταιο ή αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης.
γ. Η χρήση πυροβόλου όπλου δεν συνιστά υπερβολικό μέτρο σε σχέση με το είδος της απειλούμενης βλάβης και την επικινδυνότητα της απειλής.
δ. Έχουν εξαντληθεί οι ηπιότερες χρήσεις του πυροβόλου όπλου, εκτός αν αυτό είναι μάταιο ή αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης.
3. Ο εκφοβιστικός πυροβολισμός ή ο πυροβολισμός κατά πραγμάτων επιτρέπεται, ιδίως σε περιπτώσεις κινδύνου από επικίνδυνο ζώο, καταδίωξης ή προειδοποίησης για πυροβολισμό εναντίον ανθρώπου, εφόσον έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μην πληγεί άνθρωπος από αστοχία ή εξοστρακισμό της βολίδας. Πυροβολισμός κατά οχήματος, που ενέχει κίνδυνο τραυματισμού επιβαίνοντος προσώπου, επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις της επόμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου.
4. Ο πυροβολισμός ακινητοποίησης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται:
α. Για την απόκρουση ένοπλης επίθεσης εναντίον ανθρώπου, εφόσον η επίθεση άρχισε ή επίκειται άμεσα, ώστε κάθε καθυστέρηση αντίδρασης να καθιστά αναποτελεσματική την άμυνα, ή η επίθεση ολοκληρώθηκε, αλλά επίκειται άμεση επανάληψή της.
β. Για την αποτροπή άμεσης τέλεσης ή εξακολούθησης κοινώς επικίνδυνου κακουργήματος ή κακουργήματος που τελείται με χρήση ή απειλή σωματικής βίας ή πλημμελήματος που διαπράττεται με ένοπλη επίθεση. Η παραπάνω χρήση επιτρέπεται και αμέσως μετά την ολοκλήρωση της προσβολής του εννόμου αγαθού, εφόσον με αυτήν επιδιώκεται η διάσωσή του.
γ. Για τη νόμιμη σύλληψη καταδικασθέντος ή υποδίκου ή καταδιωκομένου που καταλαμβάνεται να τελεί επ΄ αυτοφώρω κακούργημα ή πλημμέλημα, εφόσον αντιδρά στη σύλληψή του και είναι οπλισμένος.
δ. Για την αποτροπή παράνομης εισόδου στη χώρα ή εξόδου απ΄ αυτή προσώπων που επιχειρούν παράνομη διακίνηση ανθρώπων ή πραγμάτων και οπλοφορούν με πυροβόλα όπλα ή με άλλα αντικείμενα της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 2168/1993.
ε. Για την προστασία εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας ή χώρων, στους οποίους φυλάσσονται αντικείμενα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία ή τη δημόσια τάξη ή πειστήρια εγκλήματος, εφόσον η φύλαξή τους έχει ανατεθεί ειδικά στον αστυνομικό και επιχειρείται βίαιη είσοδος, προσβολή ή αφαίρεση των φυλασσομένων από ένοπλο.
στ. Για την αποτροπή απόδρασης ή ελευθέρωσης κρατουμένου που επιχειρείται με ένοπλη επίθεση.
ζ. Για την αποτροπή αφοπλισμού αστυνομικού κατά την υπηρεσία του.
5. Ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται:
α. Για την απόκρουση επίθεσης ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης ανθρώπου.
β. Για τη διάσωση ομήρων, για τους οποίους απειλείται κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης.
6. Πυροβολισμός ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης απαγορεύεται:
α. Εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγεί τρίτος.
β. Εναντίον ενόπλου πλήθους, εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγούν άοπλοι.
γ. Εναντίον ανηλίκου, εκτός αν αποτελεί το μοναδικό μέσο για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου θανάτου. Ως ανήλικος θεωρείται το πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του.
δ. Εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή, όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο.
7. Όταν οι αστυνομικοί ενεργούν ως ομάδα, για τη χρήση πυροβόλου όπλου, απαιτείται προσταγή του επικεφαλής αυτής, εκτός αν ο αστυνομικός δέχεται επίθεση, με την οποία απειλείται βαριά σωματική βλάβη ή θανάτωσή του.
8. Αντισυνταγματική ή πρόδηλα παράνομη διαταγή ανωτέρου για χρήση πυροβόλου όπλου δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του αστυνομικού.
9. Κάθε περίπτωση χρήσης όπλων από αστυνομικό αναφέρεται αμέσως στην αρμόδια αστυνομική Υπηρεσία και Δικαστική Αρχή.
΄Αρθρο 5
΄Ελεγχος καταλληλότητας
1. Οι αρμόδιες Υγειονομικές Επιτροπές της Ελληνικής Αστυνομίας, όταν γνωματεύουν για τη σωματική ικανότητα των αστυνομικών, γνωματεύουν ειδικά και για την καταλληλότητά τους να φέρουν πυροβόλα όπλα.
2. Οι αστυνομικοί, εκτός από τις ψυχοτεχνικές δοκιμασίες, στις οποίες υποβάλλονται κατά τις προκαταρκτικές εξετάσεις για την εισαγωγή τους στις αστυνομικές Σχολές, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του Ν.2226/1994 (Α΄- 122), υποβάλλονται και σε εξέταση για τον έλεγχο της καταλληλότητάς τους να φέρουν πυροβόλο όπλο. Η εξέταση αυτή διενεργείται, εντός έτους από τη συμπλήρωση πέντε ετών, από την αποφοίτησή τους, από ειδική προς τούτο επιτροπή της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία διερευνά, με ψυχοτεχνικές δοκιμασίες και συνέντευξη των εξεταζομένων, την εν γένει προσωπικότητα αυτών και κυρίως την αυτοκυριαρχία, τη συναισθηματική σταθερότητα, την κρίση και αντίληψη και την ικανότητα προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις και γνωματεύει για το αν η προσωπικότητά τους παρέχει τα εχέγγυα για ορθή χρήση του όπλου. Αν η επιτροπή διαγνώσει και ενδείξεις ψυχοπαθολογίας, παραπέμπει τον αστυνομικό στο ψυχιατρικό Τμήμα του Κεντρικού Ιατρείου Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις για την Υγειονομική Υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας.
3. Οι αστυνομικοί, για τους οποίους οι επιτροπές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου γνωματεύουν, έστω και σε πρώτο βαθμό, ότι δεν είναι κατάλληλοι να φέρουν πυροβόλα όπλα ή η επιτροπή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου γνωματεύει ότι δεν παρέχουν τα εχέγγυα για ορθή χρήση πυροβόλου όπλου, χαρακτηρίζονται, με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ως μη κατάλληλοι να οπλοφορούν και εκτελούν υπηρεσία, για την οποία δεν κρίνεται απαραίτητη η οπλοφορία. Κατά της απόφασης αυτής δεν επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή. Οι αστυνομικοί που χαρακτηρίζονται ως μη κατάλληλοι να οπλοφορούν δύνανται, μετά την παρέλευση ενός έτους από την έκδοση της σχετικής απόφασης, να ζητήσουν την επανεξέτασή τους από την επιτροπή. Την επανεξέταση μπορεί να διατάσσει και ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, μετά τη συμπλήρωση ενός έτους από την αρχική εξέταση ή κάθε επανεξέταση.
4. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η σύνθεση της επιτροπής της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, ο τρόπος και η διαδικασία της εξέτασης, ο τρόπος διασφάλισης του απορρήτου των αποτελεσμάτων της και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
5. Οι αστυνομικοί, που δεν υποβλήθηκαν σε ψυχοτεχνικές δοκιμασίες για την εισαγωγή τους στην αστυνομία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2226/1994, υποβάλλονται στις δοκιμασίες αυτές, εντός πέντε ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Για τους αστυνομικούς που αποτυγχάνουν στις εν λόγω δοκιμασίες, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται το όργανο, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία των εν λόγω δοκιμασιών, καθώς και ο τρόπος διασφάλισης του απορρήτου των αποτελεσμάτων τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
6. Οι οργανικές θέσεις των ψυχιάτρων και ψυχολόγων της Ελληνικής Αστυνομίας, που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 του Ν.2800/2000, αυξάνονται κατά τρεις και πενήντα πέντε, αντίστοιχα, στο βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή μέχρι και Υπαστυνόμου Β΄. Για την κατανομή των θέσεων, την τοποθέτηση και την υπαγωγή των ψυχολόγων εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τους Υγειονομικούς Αξιωματικούς της Ελληνικής Αστυνομίας, μπορούν όμως να τοποθετούνται και σε Υπηρεσίες, στις οποίες δεν λειτουργεί Κεντρικό ή Περιφερειακό Ιατρείο.
Aρθρο 6
Εκπαίδευση στην Οπλοτεχνική – Σκοποβολή
1. Η εκπαίδευση του αστυνομικού στην Οπλοτεχνική – Σκοποβολή είναι θεωρητική και πρακτική και περιλαμβάνει τη λύση, αρμολόγηση και λειτουργία του κατεχόμενου και χρησιμοποιούμενου οπλισμού, την εξάσκηση στη σκοποβολή και τον τρόπο χειρισμού και χρήσης των όπλων, καθώς και τις προϋποθέσεις νόμιμης οπλοκατοχής, οπλοφορίας και χρήσης τους, διακρίνεται δε σε βασική και συντηρητική. Για την εξάσκηση στη χρήση των όπλων και στη σκοποβολή χρησιμοποιούνται και ειδικά μηχανήματα (προσομοιωτές).
2. Η βασική εκπαίδευση πραγματοποιείται στις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας, όπως καθορίζεται στους Οργανισμούς και στα αναλυτικά προγράμματα εκπαίδευσης αυτών. Η αποτυχία στο μάθημα της Οπλοτεχνικής – Σκοποβολής συνιστά λόγο αποβολής από τη Σχολή Αξιωματικών και τη Σχολή Αστυφυλάκων κατά τη διαδικασία του άρθρου 27 του Π.Δ. 319/1995 (Α΄-174) και του άρθρου 59 του Π.Δ. 352/1995 (Α΄-187) αντιστοίχως, χωρίς να απαιτείται η διενέργεια διοικητικής εξέτασης. Το μάθημα της Οπλοτεχνικής – Σκοποβολής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 34 του Π.Δ. 319/1995, εντάσσεται στα μαθήματα με βαθμό. Η ισχύς του τελευταίου εδαφίου αρχίζει από το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004.
3. Η συντηρητική εκπαίδευση αποσκοπεί στη διατήρηση της ικανότητας του αστυνομικού στο χειρισμό και τη χρήση των όπλων και πραγματοποιείται μετά την αποφοίτηση του αστυνομικού από τη Σχολή και μέχρι την έξοδό του από την αστυνομία, σε περιοδικά χρονικά διαστήματα, που δεν απέχουν μεταξύ τους περισσότερο του έτους. Σε κάθε περίπτωση ο αστυνομικός μπορεί να υποχρεωθεί στην παρακολούθηση ειδικού προγράμματος εκπαίδευσης στη χρήση όπλων και στην σκοποβολή. Κάθε εκπαίδευση και τα αποτελέσματα αυτής καταχωρίζονται στο ατομικό βιβλιάριο του αστυνομικού.
4. Ο χρόνος, ο τρόπος και η Υπηρεσία πραγματοποίησης της συντηρητικής εκπαίδευσης και τα κριτήρια που απαιτούνται για την πιστοποίηση της ικανότητας των αστυνομικών στο χειρισμό συγκεκριμένων όπλων καθορίζονται με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο προϊστάμενος της εν λόγω Υπηρεσίας, αν έχει ενδείξεις κακής χρήσης του όπλου από εκπαιδευόμενο αστυνομικό για λόγους υγείας τον παραπέμπει, μετά από σύμφωνη γνώμη του ψυχολόγου της Υπηρεσίας, εφόσον αυτός υπάρχει, στην επιτροπή του άρθρου 5 του παρόντος νόμου για να γνωμοδοτήσει σχετικά με την καταλληλότητά του να οπλοφορεί.
5. Αστυνομικός, που για οποιονδήποτε λόγο δεν υποβάλλεται στη συντηρητική εκπαίδευση ή δεν πιστοποιείται κατ΄ αυτήν η ικανότητά του, δεν επιτρέπεται να κατέχει ή να φέρει πυροβόλο όπλο, αυτό δε που τυχόν κατέχει υποχρεούται να το παραδώσει αμέσως στην Υπηρεσία του.
6. Η Ελληνική Αστυνομία, για την κάλυψη των αναγκών εκπαίδευσης του προσωπικού της στη χρήση των όπλων, ιδρύει σε κάθε νομό σκοπευτήρια, τα οποία διακρίνονται σε κλειστά και ανοικτά. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν τη διαδικασία και τους όρους ίδρυσης και λειτουργίας των σκοπευτηρίων, την υπαγωγή, τη διοίκηση, τη στελέχωση και τους όρους ασφαλείας αυτών, τις υποχρεώσεις των εκπαιδευτών και των ασκουμένων στη σκοποβολή, τους όρους χρήσης των σκοπευτηρίων από προσωπικό άλλων φορέων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Aρθρο 7
Ποινικές κυρώσεις
1. Ο αστυνομικός υποχρεούται να φυλάσσει και να χειρίζεται με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια τον οπλισμό που κατέχει ή του ανατέθηκε προς φύλαξη, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην απόφαση της παραγράφου 9 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου. Η πλημμελής φύλαξη του παραπάνω οπλισμού από αστυνομικό τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Αν η πλημμελής φύλαξη είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθουν αντικείμενα του παραπάνω οπλισμού στην κατοχή τρίτου, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
2. Αστυνομικός που παραδίδει παράνομα σε άλλον το ατομικό του όπλο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.
3. Η παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου από αστυνομικό και η οπλοφορία αυτού με τέτοιο όπλο συνιστά επιβαρυντική περίσταση των εγκλημάτων του εδαφίου α΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 7 και του εδαφίου α΄ της παραγράφου 13 του άρθρου 10 του Ν.2168/1993.
4. Αστυνομικός που απειλεί παράνομα με πυροβόλο όπλο ή εκτελεί παράνομα εκφοβιστικό πυροβολισμό ή πυροβολεί παράνομα κατά πραγμάτων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
5. Αστυνομικός που εκτελεί παράνομα πυροβολισμό ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
6. Η εκτός υπηρεσίας τέλεση των πράξεων που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 του παρόντος άρθρου συνιστά επιβαρυντική περίσταση.
7. Αστυνομικός που από αμέλεια κάνει χρήση πυροβόλου όπλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
8. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 23 του Ποινικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται για τον αστυνομικό που κάνει χρήση πυροβόλου όπλου από ταραχή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Aρθρο 8
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις του Ν. 29/1943 και της παραγράφου 5 του άρθρου 101 του Ν.Δ. 3365/1955.
Aρθρο 9
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.-
Αθήνα,2002
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ




