Αρχική | Σύνδεσμοι | Χάρτης του site | Επικοινωνία | Διαύγεια
 
Ελληνική Αστυνομία Τύπος και Μ.Μ.Ε. Οδηγός του Πολίτη Στατιστικά Στοιχεία Πεσόντες στο καθήκον Αστυνομικοί Αστυνομική Ακαδημία Κοινωνικές δράσεις Περιοδικό "Αστυνομική Ανασκόπηση" Υλικό Αρχείου

Οργανωμένο Έγκλημα Μεγέθυνση κειμένου Σμίκρυνση κειμένου Εκτύπωση Ηλεκτρονική Διεύθυνση

Το οργανωμένο έγκλημα
Έννοια, χαρακτηριστικά, αντιμετώπιση

Επιμέλεια: Αστυν. Α΄ Εμμανουήλ Λυδάκη
Τμηματάρχη στο Τμ. Διαχείρισης Πληροφοριών και Στρατηγικής
της Υποδ/νσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος/ΔΑΑ

Το οργανωμένο έγκλημα, όπως είναι γνωστό, έχει αποκτήσει παγκόσμιο χαρακτήρα και είναι μια από τις σοβαρότερες απειλές που εδώ και δεκαετίες απασχολεί τις κοινωνίες όλου του κόσμου.

Οι κίνδυνοι που πηγάζουν από το εγκληματικό αυτό φαινόμενο δεν περιορίζονται σε επί μέρους κοινωνικά αγαθά, αλλά επεκτείνονται σε ολόκληρα κοινωνικά υποσυστήματα. Ιδιαίτερα ευπαθείς είναι ο δημόσιος τομέας με την ευρύτερη έννοια του όρου, τον οποίο απειλεί η διαφθορά, και η οικονομία, η οποία τείνει να διαβρωθεί από το βρώμικο χρήμα.

Οργανωμένες εγκληματικές ομάδες δρουν σε περισσότερες από μία χώρες ταυτόχρονα, αποκτώντας έτσι μια διεθνοποίηση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σημαντικές δυσκολίες στην αποτελεσματική και καθολική αντιμετώπιση του.

Έκτος όμως από το γεγονός της διεθνοποίησης των οργανωμένων εγκληματικών ομάδων, που αποτελεί και αυτό ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα, υπάρχει και ένα άλλο εξίσου σημαντικό γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την αντιμετώπιση τους. Το γεγονός αυτό είναι ο εκσυγχρονισμός του τρόπου και των μεθόδων δράσης που χρησιμοποιούν.

Είναι γνωστό ότι οι οργανωμένες αυτές εγκληματικές ομάδες, προκειμένου να επιτύχουν τους σκοπούς τους, δεν διστάζουν να διεισδύσουν ακόμα και στον κρατικό μηχανισμό των Χωρών, διαφθείροντας πρόσωπα και καταστάσεις.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι εγκληματικές ομάδες είναι άρτια δομημένες και εμφανίζουν στην οργανωτική δομή τους κάποια ιεραρχία:

· Υπάρχουν αρχηγικά και απλά μέλη.

· Υπάρχουν ηγετικά μέλη τα οποία είναι επιφορτισμένα με την επιτήρηση και τον έλεγχο των δραστηριοτήτων της ομάδας, εκτός των συνόρων της χώρας ίδρυσής της.

· Υπάρχουν εξειδικευμένα μέλη για την διεκπεραίωση ειδικών και επικίνδυνων αποστολών.

· Υπάρχουν περισσότερες από μία χώρες που χρησιμοποιούνται ως βάσεις (έδρες) της ομάδας.

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προαναφέρθηκαν, γίνεται αντιληπτό ότι η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και μάλιστα των οργανωμένων ομάδων που έχουν διεθνοποιηθεί, δεν είναι ένα απλό και εύκολο ζήτημα, αλλά απαιτούνται ιδιαίτεροι χειρισμοί, σωστή οργάνωση, μακροχρόνιες και επίπονες προσπάθειες, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Όλες οι ερευνητικές προσπάθειες πρέπει να κατευθύνονται και να χρησιμοποιούνται εναντίον των ίδιων των εγκληματικών οργανώσεων, με στόχο τη διάλυση τους, παρά εναντίον συγκεκριμένων προσώπων (συνήθως χαμηλόβαθμων στην ιεραρχία της ομάδας, που χρησιμοποιούνται σκόπιμα απ’ αυτήν για τέτοιους σκοπούς ) ή παραβάσεων, διότι αφ’ ενός τα πρόσωπα αντικαθίστανται, χωρίς να επηρεάζεται η οργανωτική δομή και αφ’ ετέρου, μια εγκληματική οργάνωση επιδίδεται σε ένα ευρύ φάσμα εγκληματικής δραστηριότητας.

Το οργανωμένο έγκλημα στις πιο επικίνδυνες μορφές του λειτουργεί σαν μια οικονομική επιχείρηση, με βασικό στόχο την απόκτηση περιουσιακών ωφελημάτων από την εγκληματική δράση που αναπτύσσεται.

Για την αντιμετώπιση αυτού του είδους της δράσης τού οργανωμένου εγκλήματος, η επιχειρησιακή αντιμετώπιση πρέπει να στοχεύει, στην εξιχνίαση και εξάρθρωση των επιχειρηματικής φύσης δομών του. Με τον τρόπο αυτό η δραστηριότητα του θα καταστεί ακριβότερη από τα αναμενόμενα κέρδη του και επομένως θα αποβεί αντιοικονομική για τους εμπλεκόμενους σ’ αυτό.

Έννοια:

Ο εννοιολογικός προσδιορισμός του οργανωμένου εγκλήματος είναι συνυφασμένος με τις συνήθεις, μεγαλύτερες ή μικρότερες αναλογικώς δυσχέρειες, που αντιμετωπίζει κάποιος κάθε φορά που προσπαθεί να περιγράψει μια αφηρημένη έννοια για να της δώσει ένα συγκεκριμένο και σαφές περιεχόμενο και με τον τρόπο αυτό να την εντάξει στον κώδικα της καθημερινής γλωσσικής μας επικοινωνίας.

Ενώ στις ΗΠΑ ο όρος «οργανωμένο έγκλημα» αποτελεί συνώνυμο όλων των μορφών εγκλημάτων σχετικών τόσο με τη δραστηριότητα συνδικάτων ( Syndicates ) και κοινοπραξιών ( Cartel ), όσο και με παράνομες συμφωνίες και συνεννοήσεις μεταξύ νομίμων εταιρειών, στην Ευρώπη χρησιμοποιείται η λέξη «οργανωμένο», ως επιθετικός προσδιορισμός, προβάλλοντας κυρίως τη σημασία του τρόπου τέλεσης του εγκλήματος.

Ορισμός:

Ο ορισμός του οργανωμένου εγκλήματος, λόγω της ιδιαιτερότητας και της πολυπλοκότητας που παρουσιάζει η εγκληματική αυτή δραστηριότητα, αποτέλεσε και αποτελεί σημείο διαφωνιών σε όλα τα διεθνή fora . Όμως παρά τις κατά καιρούς εννοιολογικές διακυμάνσεις, ως οργανωμένο έγκλημα θεωρείται «η οργάνωση προσώπων που έχει σαν σκοπό την άσκηση εγκληματικής δραστηριότητας σε διαρκή βάση, προκειμένου να αποκομίσει οικονομικά οφέλη και να ελέγξει εθνικές και διεθνείς καταστάσεις».

Η INTERPOL , υιοθέτησε με απόφασή της το 1998, στα πλαίσια του πρώτου συμποσίου για το οργανωμένο έγκλημα που έγινε στη Λυών της Γαλλίας τον ακόλουθο ορισμό: «Οργανωμένο έγκλημα είναι κάθε επιχείρηση ή ομάδα ατόμων που εμπλέκεται σε διαρκή παράνομη δραστηριότητα, η οποία έχει ως πρωταρχικό σκοπό την απόκτηση κερδών ανεξάρτητα από τα εθνικά σύνορα».

Στη Γερμανία από εκπροσώπους της Αστυνομίας και της Δικαιοσύνης διαμορφώθηκε ο ακόλουθος ορισμός: «Οργανωμένο έγκλημα είναι η βασιζόμενη στην επιδίωξη κερδών και δύναμης προσχεδιασμένη διάπραξη εγκληματικών πράξεων, από τις οποίες κάθε μία ή στο σύνολό τους είναι ιδιαίτερης σπουδαιότητας, εφόσον διαπράττονται από περισσότερους των δύο δραστών, οι οποίοι έχοντας κατανείμει μεταξύ τους, τους σχετικούς εγκληματικούς ρόλους συνεργάζονται προς διεκπεραίωση τους σχεδίου τους για μεγάλο ή αόριστο χρονικό διάστημα, είτε χρησιμοποιώντας επαγγελματικές ή επιχειρηματικές δομές, είτε εφαρμόζοντας βία ή άλλα κατάλληλα προς εκφοβισμό μέσα, είτε ενεργώντας μέσω επιρροών που ασκούν στην πολιτική, στα Μ.Μ.Ε, στη δημόσια διοίκηση, στη δικαιοσύνη ή στην οικονομία».

Χαρακτηριστικά του Οργανωμένου Εγκλήματος:

Ο όρος «οργανωμένο έγκλημα» περιλαμβάνει ένα ευρύ πεδίο δραστηριοτήτων, αγορών, εμπλεκομένων ατόμων, διαπραττομένων εγκλημάτων, επιπέδων οργάνωσης, μέσων και μορφών διάπραξης και άλλων πτυχών.

Αυτό καθιστά δύσκολη αν όχι αδύνατη την ύπαρξη ενός κοινά παραδεκτού ορισμού για το οργανωμένο έγκλημα ο οποίος θα μπορεί να καλύπτει όλες του τις εκδηλώσεις.

Οι κυριότερες θέσεις διεθνών οργανισμών για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού είναι:

α. Ευρωπαϊκή Ένωση

Στα πλαίσια της Ε.Ε. προσδιορίσθηκαν τα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι εθνικές αρχές για να εξετάσουν μία παράνομη δράση ως μορφή οργανωμένου εγκλήματος (έγγραφο 6204/2/97 ENFOPOL 35 REV 2 Συμβουλίου Ε.Ε.).

Μετά από πολλές συζητήσεις συμφωνήθηκε από τις χώρες μέλη ότι για να εντάξουν μία εγκληματική πράξη στο οργανωμένο έγκλημα θα πρέπει να συντρέχουν έξι τουλάχιστον από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων να συνυπάρχουν οπωσδήποτε τα αναφερόμενα στα σημεία 1, 3, 5 & 11:

1.-Συνεργασία μεταξύ περισσοτέρων των δύο προσώπων.

2.-Καταμερισμός καθηκόντων.

3.-Μεγάλη ή απροσδιόριστη χρονική διάρκεια.

4.-Κάποια μορφή πειθαρχίας (οι δραστηριότητες της οργάνωσης να υλοποιούνται σύμφωνα με ένα καθορισμένο σύνολο κανόνων).

5.-Υπόνοιες διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων.

6.-Διεθνής δράση (οι δραστηριότητες της οργάνωσης να καλύπτουν περισσότερες από μία χώρες).

7.-Χρήση βίας ή άλλων μορφών εκφοβισμού (η χρήση βίας ή εκφοβισμού αποτελούν μέρος των συνηθισμένων μεθόδων δράσης της οργάνωσης).

8.-Χρήση εμπορικών ή επιχειρησιακών δομών (για να ελέγχει τα κέρδη της).

9.-Εμπλοκή σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος).

10.-Άσκηση επιρροής στους τομείς της πολιτικής, των Μ.Μ.Ε, της Δημόσιας Διοίκησης, των δικαστικών Αρχών ή της οικονομίας.

11.-Επιδίωξη κέρδους και/ή ισχύος ως βασικός στόχος.

β. Πολιτική Διακήρυξη της Νάπολης

Στην Πολιτική Διακήρυξη της Νάπολης και στο Παγκόσμιο Σχέδιο Δράσης για το οργανωμένο έγκλημα καταγράφονται έξι χαρακτηριστικά του:

i. Ομάδα οργανωμένη για τη διάπραξη εγκλήματος.

ii. Ιεραρχικές διασυνδέσεις ή προσωπικές σχέσεις που επιτρέπουν στους αρχηγούς να ελέγχουν την ομάδα.

iii. Βία, εκφοβισμός και διαφθορά χρησιμοποιούνται ως μέσα για την προσπόριση κερδών ή τον έλεγχο περιοχών και αγορών.

iv. Ξέπλυμα των παράνομων εσόδων για περαιτέρω εγκληματική δραστηριότητα και για διείσδυση στη νόμιμη οικονομία.

v. Δυνατότητα επέκτασης σε νέες δραστηριότητες που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα.

vi. Συνεργασία με άλλες ομάδες υπερεθνικού οργανωμένου εγκλήματος.

Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός από τα παραπάνω στοιχεία που συγκεντρώνει μια εγκληματική ομάδα και ισχυρότερη η παρουσία τους, τόσο περισσότερο ικανοποιούνται τα κριτήρια για την υπαγωγή της στο οργανωμένο έγκλημα.

γ. Ηνωμένα Έθνη

Στο άρθρο 2 της Σύμβασης των Η.Ε. κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, την οποία υπέγραψαν τα 121 από τα 148 μέλη του ΟΗΕ το Δεκέμβριο του 2000 στο Παλέρμο της Σικελίας, περιλαμβάνεται η έννοια της οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, σύμφωνα με την οποία: «οργανωμένη εγκληματική ομάδα» σημαίνει μια δομημένη ομάδα τριών ή περισσότερων προσώπων που υφίσταται για κάποια χρονικό περίοδο και ενεργεί από κοινού με σκοπό να τελέσει ένα ή περισσότερα σοβαρά εγκλήματα ή αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, έτσι ώστε να προσπορισθεί, άμεσα ή έμμεσα, οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος.

Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό τα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος είναι:

I. Η ύπαρξη δομημένης ομάδας τριών ή περισσότερων προσώπων

Ο όρος «δομημένη ομάδα» σημαίνει μια ομάδα που δεν σχηματίζεται τυχαία για την άμεση τέλεση αδικήματος και που δεν χρειάζεται να έχει επίσημα ορισμένους ρόλους για τα μέλη της, συνέχεια της ιδιότητας των μελών της ή αναπτυγμένη δομή

II. Η διάρκεια της δομημένης ομάδας

Η ύπαρξη της ομάδας για κάποιο χρονική περίοδο και όχι στιγμιαία

III. Η από κοινού δράση με σκοπό την τέλεση ενός ή περισσοτέρων σοβαρά εγκλημάτων

Ο όρος «σοβαρό έγκλημα» σημαίνει συμπεριφορά που αποτελεί αδίκημα που τιμωρείται με μέγιστη στέρηση της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων ετών ή με πιο σοβαρή ποινή.

IV. Ο άμεσος ή έμμεσος προσπορισμός οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους

Στο άρθρο 3 της σύμβασης προσδιορίζεται πότε ένα αδίκημα που αφορά οργανωμένη εγκληματική ομάδα είναι διεθνικής φύσης .

Ένα αδίκημα είναι διεθνικής φύσης αν:

Ø τελείται σε περισσότερα του ενός κράτη

Ø τελείται σε ένα κράτος αλλά σημαντικό τμήμα της προετοιμασίας, του σχεδιασμού, της καθοδήγησης ή του ελέγχου λαμβάνει χώρα σε άλλο κράτος

Ø τελείται σε ένα κράτος αλλά αφορά οργανωμένη εγκληματική ομάδα που συμμετέχει σε εγκληματικές δραστηριότητες σε περισσότερα του ενός κράτη, ή

Ø τελείται σε ένα κράτος αλλά έχει σημαντικές επιπτώσεις σε άλλο κράτος.

ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΈΓΚΛΗΜΑ

Α.) Ν. 2928/2001 (ΦΕΚ Α΄141/27-6-2001)

Με το ν. 2928/2001 πραγματοποιήθηκαν σοβαρές καινοτομίες στο εθνικό δίκαιο για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος. Επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα και στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Ειδικότερα:

Ποινικός Κώδικας:

1. Τροποποιήθηκε το άρθρο 187 «Εγκληματική Οργάνωση» και στην παράγραφο 1 εισάγεται η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης, όπου σύμφωνα με τη διάταξη αυτή:

Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται:

α ) στα άρθρα του Ποινικού Κώδικα:

ü 207 (παραχάραξη),

ü 208 (κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων),

ü 216 (πλαστογραφία),

ü 218 (πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων),

ü 242 (ψευδής βεβαίωση, νόθευση),

ü 264 (εμπρησμός),

ü 265 (εμπρησμός σε δάση),

ü 268 (πλημμύρα),

ü 270 (έκρηξη),

ü 272 (παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες),

ü 277 (πρόκληση ναυαγίου),

ü 279 (δηλητηρίαση πηγών και τροφίμων),

ü 291 (διατάραξη της ασφάλειας σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών),

ü 299 (ανθρωποκτονία με πρόθεση),

ü 310 (βαριά σωματική βλάβη),

ü 322 (αρπαγή),

ü 323 (εμπόριο δούλων),

ü "323A (εμπορία ανθρώπων)",

ü 324 (αρπαγή ανηλίκων),

ü 327 (ακούσια απαγωγή),

ü 336 (βιασμός),

ü 338 (κατάχρηση σε ασέλγεια),

ü 339 (αποπλάνηση παιδιών),

ü "348Α (πορνογραφία ανηλίκων),

ü 351 (σωματεμπορία),

ü 351Α (ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής)",

ü 374 (διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής),

ü 375 (υπεξαίρεση),

ü 380 (ληστεία),

ü 385 (εκβίαση),

ü 386 (απάτη),

ü 386Α (απάτη με υπολογιστή),

ü 404 (τοκογλυφία),

β) Στους Ειδικούς Ποινικούς Νόμους:

ü «παράβαση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 87 του ν. 3386/2005 διευκόλυνση της παρανόμου εισόδου υπηκόου τρίτης χώρας, εκ κερδοσκοπίας πραττόμενη από τρία ή περισσότερα πρόσωπα που είχαν συγκροτήσει ή ενταχθεί σε ομάδα για διαρκή δράση προς τούτο»

ü όπως επίσης περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στην νομοθεσία περί ναρκωτικών,

ü όπλων,

ü εκρηκτικών υλών και προστασίας από υλικά που εκπέμπουν επιβλαβείς για τον άνθρωπο ακτινοβολίες,

ü «καθώς και περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τη νομοθεσία για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς.».

Ο λόγος εισαγωγής της νέας ρύθμισης είναι, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση, η προσαρμογή στις αξιώσεις αντιμετώπισης των νέων μορφών του Οργανωμένου Εγκλήματος, όπως επιβάλλεται και από τη διεθνή έννομη τάξη και ιδίως τη Σύμβαση ΟΗΕ του Παλέρμο του Δεκεμβρίου του 2000.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της εγκληματικής οργάνωσης είναι οι ακόλουθες:

§ Συγκρότηση ή ένταξη σε ομάδα

§ Η ομάδα πρέπει να είναι δομημένη

§ Συμμετοχή στην ομάδα τριών ή περισσοτέρων προσώπων

§ Η ομάδα να έχει διάρκεια δράσης

§ Να επιδιώκει την τέλεση περισσοτέρων του ενός από τα προβλεπόμενα κακουργήματα

Η συγκρότησης της εγκληματικής ομάδας όπως προκύπτει από τα ανωτέρω βασίζεται σε τρία κριτήρια:

1. Ένα ποιοτικό (δομημένη ομάδα)

2. Ένα ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και

3. Ένα χρονικό (διάρκεια δράσης)

2. Προστέθηκε το άρθρο 187Β με το οποίο θεσπίζονται μέτρα επιείκειας κατά την ποινική διαδικασία, σε περιπτώσεις αναγγελίας στην αρχή για πρόληψη, σχεδιαζόμενων εγκλημάτων από εγκληματικές οργανώσεις ή σε περιπτώσεις ουσιαστικής συμβολής στην εξάρθρωση εγκληματικών οργανώσεων και αφορούν πρόσωπα τα οποία είναι υπαίτιοι, με οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής, στις πράξεις αυτές. Τα μέτρα αυτά ποικίλουν ανάλογα με την περίπτωση και είναι η απαλλαγή από την ποινή, η επιβολή ελαφρύτερης ποινής, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, η αποχή από την ποινική δίωξη, η αναστολή απέλασης αλλοδαπού.

3. Στο άρθρο 9 του Ν. 2928/2001 προβλέπεται η προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό, των ουσιωδών μαρτύρων καθώς και των προσώπων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, που συνέβαλλαν στην εξάρθρωση εγκληματικής ομάδας. Η προστασία αυτή συνίσταται στη φύλαξη των προσώπων και στην μη αποκάλυψη της ταυτότητας τους.

Κώδικας Ποινικής Δικονομίας

Στον ΚΠΔ προστέθηκε το άρθρο 253Α, στο οποίο αναφέρονται οι προβλεπόμενες ειδικές ανακριτικές πράξεις επί εγκληματικών οργανώσεων. Οι πράξεις αυτές δύνανται να εφαρμοστούν κατά την έρευνα των αδικημάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 187 του Π.Κ., δηλαδή εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου, αλλά και του άρθρου 187 Α, του Π.Κ. που αφορά τρομοκρατικές πράξεις.

Συγκεκριμένα προβλέπονται:

Ø Η ανακριτική διείσδυση, σύμφωνα με την οποία δεν είναι άδικη η πράξη προσώπου, που κατόπιν εντολής ή πρότασης του προϊσταμένου της Υπηρεσίας και με σκοπό την ανακάλυψη ή τη σύλληψη προσώπου εμπλεκομένου στα αδικήματα των άρθρων 187 παρ. 1 και 2 και 187 Α του Π.Κ., εμφανίζεται ως συμμέτοχος των πράξεων αυτών.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι γενικά η ανακριτική διείσδυση επιτρέπεται μόνο εφόσον έχει παθητικό χαρακτήρα, δηλαδή περιορίζεται μόνο στις πράξεις εκείνες που είναι αναγκαίες για τη διακρίβωση των εγκλημάτων, την τέλεση των οποίων τα μέλη της οργάνωσης είχαν αποφασίσει πριν από την έναρξη της διείσδυσης.

Είναι γεγονός ότι η ανακριτική διείσδυση είναι εξόχως σημαντική για την επιτυχή κατάληξη της έρευνας. Σε κάθε όμως περίπτωση προέχει η ασφάλεια του αστυνομικού που διεισδύει στην οργάνωση και για το λόγο αυτό πριν από την έναρξη της διαδικασίας, καθορίζονται με κάθε λεπτομέρεια οι κανόνες εμπλοκής αλλά και απεμπλοκής του αστυνομικού από τη υπόθεση και κυριότερα ο τρόπος επικοινωνίας με την υπηρεσία του.

Ø Η άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών , σύμφωνα με τις εγγυήσεις και διαδικασίες που προβλέπονται στον ειδικό προς τούτο νόμο 2225/1994. Το απόρρητο της επικοινωνίας είναι καταρχήν απαραβίαστο, επιτρέπεται δε η άρση αυτού μόνο για λόγους εθνικής ασφάλειας (αρθ. 3 ν. 2225/1994) ή για τη διακρίβωση των αδικημάτων που προβλέπονται ρητά στο άρθρο 4 παρ. (α) του ως άνω νόμου (όπως αντικ. με αρθ. 12 ν. 3115/2003 ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η συγκρότηση ή η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.

Ø Η καταγραφή δραστηριότητας ή άλλων γεγονότων εκτός κατοικίας με συσκευές ήχου ή εικόνας ή με άλλα ειδικά τεχνικά μέσα. Η μέθοδος αυτή έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι συνεισφέρει τα μέγιστα κυρίως στη διακρίβωση της σύνθεσης των μελών εγκληματικών οργανώσεων.

Ø Οι ελεγχόμενες μεταφορές, με την τήρηση των εγγυήσεων και διαδικασιών, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 38 του ν. 2145/1993 «Ρύθμιση θεμάτων εκτελέσεων ποινών επιταχύνσεως και εκσυγχρονισμού των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης και άλλων θεμάτων», όπως ισχύει.

Ø Η συσχέτιση ή ο συνδυασμός δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό τους ουσιαστικούς όρους και προϋποθέσεις του ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα».

Η εφαρμογή των ειδικών ανακριτικών πράξεων γίνεται σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τις εγγυήσεις και τις προϋποθέσεις που επιτάσσουν το Σύνταγμα και η ισχύουσα νομοθεσία. Οι προαναφερόμενες ειδικές ανακριτικές πράξεις διενεργούνται μόνο:

α) αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι έχει τελεσθεί αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 187 ή αξιόποινη πράξη του άρθρου 187Α του Ποινικού Κώδικα,

β) αν η εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης ή η εξιχνίαση των τρομοκρατικών πράξεων του άρθρου 187Α είναι διαφορετικά αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής.

Επιπρόσθετα στο νομικό πλαίσιο προβλέπονται αυξημένες και συγκεκριμένες δικαστικές εγγυήσεις.

Συγκεκριμένα:

§ Για τη συνδρομή των προϋποθέσεων, αλλά και για τη χρονική διάρκεια της ανακριτικής έρευνας, αποφαίνεται με αιτιολογημένο βούλευμά του το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μετά από πρόταση του εισαγγελέα.

§ Κάθε στοιχείο ή γνώση που αποκτήθηκε κατά τη διενέργεια των ειδικών ανακριτικών πράξεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τους λόγους που όρισε το δικαστικό συμβούλιο. Τα λεγόμενα « τυχαία ευρήματα» δηλαδή τα στοιχεία που αποκτήθηκαν και αφορούν άλλες πράξεις ή άλλες εγκληματικές οργανώσεις, επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν μόνο όταν το δικαστικό συμβούλιο αποφανθεί ειδικώς περί αυτών.

Β.) Εκτός από τις προαναφερόμενες διατάξεις στο νομικό οπλοστάσιο κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος και της σοβαρής εγκληματικότητας συμπεριλαμβάνονται και τα ακόλουθα νομοθετήματα:

Ø ν. 3064/2002 για την πρόληψη και καταστολή της Εμπορίας Ανθρώπων.

Ø ν. 3251/2004 , σχετικά με το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.

Ø ν. 3424/2005 , Για την νομιμοποίηση εγκληματικών εσόδων και την ίδρυση της Εθνικής Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές δραστηριότητες

Ø ν. 3536/2007, για την ένταξη ορισμένων μορφών λαθρομετανάστευσης στο Οργανωμένο Έγκλημα.

Ø π.δ. 233/2003 που αφορά την αρωγή στα θύματα εμπορίας ανθρώπων

ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ (Υ.Α.Ο.Ε.)

Στα πλαίσια των προσπαθειών για την αντιμετώπιση του Οργανωμένου Εγκλήματος σε εθνικό και διεθνές επίπεδο αλλά και για την εναρμόνιση της χώρας μας στις κοινές ενέργειες των διεθνών οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδρύθηκε το έτος 2001, με το Π.Δ. 1/01 (ΦΕΚ 1 Α΄/ 10-1-2001) «Αναδιάρθρωση, κ.λπ. Υπηρεσιών Γ.Α.Δ.Α.» η Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΥΑΟΕ), η οποία υπάγεται στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής.

Η Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.

Η Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος διαρθρώνεται στα ακόλουθα τμήματα :

α. Στο Τμήμα 1ο Διαχείρισης Πληροφοριών και Στρατηγικής, το οποίο είναι αρμόδιο για:

Ø Τη συγκέντρωση, επεξεργασία, σύνθεση, ανάλυση και αξιολόγηση του πληροφοριακού υλικού, που αφορά το οργα­νωμένο έγκλημα. Προς τούτο συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας/ΑΕΑ.

Ø Την εγκληματολογική και επιχειρησιακή στρατηγική ανάλυση των υφισταμένων πληροφοριακών δεδομένων και στοιχείων.

Ø Την εισήγηση λειτουργικού, τακτικού και στρατηγικού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και την κατάρτιση μνημονίων και σχεδίων ενεργειών των Υπηρεσιών Ασφαλείας.

Ø Τη γραμματειακή εξυπηρέτηση της Υποδιεύθυνσης και το χειρισμό θεμάτων τεχνικής υποστήριξης αυτής,

β. Στο Τμήμα 2ο Εξακριβώσεων και Τεκμηρίωσης Πληροφοριών, το οποίο είναι αρμόδιο για:

Ø Την έρευνα καταγγελιών, την επιβεβαίωση της αξιοπιστίας των πληροφοριών και την εξακρίβωση στοιχείων που αφορούν το οργανωμένο έγκλημα. Προς τούτο συνεργάζεται με τις άλλες διωκτικές αρχές.

Ø Τη διαβίβαση στις λοιπές Υποδιευθύνσεις Ασφαλείας πληροφοριών και στοιχείων, που μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξιχνίαση υποθέσεων αρμοδιότητας τους και την παροχή συνδρομής στις Υπηρεσίες που επιλαμβάνονται της διερεύνησης τέτοιων εγκλημάτων.

γ. Στο Τμήμα 3ο Καταπολέμησης Εμπορίας Ανθρώπων το οποίο είναι αρμόδιο για την καταπολέμηση της εμπορίας αν­θρώπων, των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της πορνογραφίας ανηλίκων και γενικότερα της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, καθώς και για την παροχή άμεσης προστασίας και αρωγής των θυμάτων των πράξεων αυτών.

δ. Στο Τμήμα 4ο Φύλαξης Μαρτύρων το οποίο είναι αρμόδιο για τη φύλαξη των ουσιωδών μαρτύρων, των προσώπων που κατά το άρθρο 187 Α του Π. Κ. βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων ή και των οικείων τους, τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 2928/2001 .

(τα γ και δ προστ. με παρ. 3 άρθρου 39 Π.Δ. 48/2006 ΦΕΚ Α-50 13-3-2006)

Αντίστοιχη Υποδιεύθυνση με τον ίδιο τίτλο, την ίδια διάθρωση και αρμοδιότητες ιδρύθηκε και λειτουργεί στη Διεύθυνση Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, με το άρθρο 12 Π.Δ. 48/2006 (ΦΕΚ Α-50 13-3-2006)

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

-Το έτος 2002 εξαρθρώθηκε πολυμελής οργανωμένη εγκληματική ομάδα, που απαρτίζονταν από ημεδαπούς και αλλοδαπούς. Συνελήφθησαν δέκα (10) άτομα, μέλη της ομάδας. Η εγκληματική της δραστηριότητα είχε εξαπλωθεί σε πόλεις της Δυτικής και Κεντρικής Ελλάδας, ενώ η έδρα της ήταν στην Αττική. Η εγκληματική ενασχόληση της ομάδας αυτής συνίστατο στην σωματεμπορία ( trafficking ) γυναικών, τις οποίες έφερναν από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και τις προωθούσαν σε νυχτερινά κέντρα ( strip Show ), των παραπάνω πόλεων, όπου τις κατακρατούσαν παράνομα οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων αυτών και τις εκμεταλλευόταν σεξουαλικά για προσπορισμό παράνομου οφέλους. Άλλη δραστηριότητα της ομάδας ήταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και κλεμμένων πολυτελών αυτοκινήτων. Τα αυτοκίνητα τα έκλεβαν από γειτονικές χώρες (Βουλγαρία, Ιταλία) και αφού παραποιούσαν τα στοιχεία ταυτότητας τους (αριθμό πλαισίου, άδεια κυκλοφορίας, κλπ) τα διέθεταν στην αγορά.

-Το έτος 2003, σε συνεργασία με τις ιταλικές αστυνομικές Αρχές, εξαρθρώθηκε διεθνής εγκληματική οργάνωση, η οποία δραστηριοποιείτο στη διαμετακόμιση Κινέζων λαθρομεταναστών, από την Κίνα στην Ευρώπη μέσω Ρωσίας, Ιορδανίας, Τουρκίας, Ελλάδας και Ιταλίας. Μέλη της οργάνωσης στην Κίνα εφοδίαζαν με πλαστά διαβατήρια τους λαθρομετανάστες και μέσω των προαναφερομένων χωρών, με τη βοήθεια άλλων μελών της ομάδας που ήταν στις χώρες αυτές έφταναν στην Ελλάδα όπου τους παραλάμβαναν τα εντός της χώρας μας μέλη της ομάδας και τους κρατούσαν έγκλειστους σε διαμερίσματα μέχρι να γίνει επιβεβαίωση της καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος για τη μεταφορά που έφτανε έως και 15.000 ευρώ. Όσοι είχαν καταβάλει τα χρήματα προωθούνταν στην Ιταλία και στη συνέχεια σε άλλε χώρες της Ευρώπης, με πλαστά διαβατήρια. Όσοι δεν είχαν καταβάλει τα χρήματα παρέμεναν φυλακισμένοι, δεμένοι με χειροπέδες σε διαμερίσματα, όπου υποβάλλονταν σε βασανιστήρια μέχρι να καταβληθούν τα χρήματα από συγγενείς τους στην Κίνα. Μετά από συντονισμένη επιχείρηση συνελήφθησαν στη χώρα μας δέκα Κινέζοι υπήκοοι που αποτελούσαν την ομάδα της Ελλάδας, ενώ στην Ιταλία συνελήφθησαν τα μέλη της εκεί ομάδας.

-Το έτος 2007, εξαρθρώθηκαν σε συνεργασία με τις εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές του Νομού Αχαΐας τέσσερις εγκληματικές οργανώσεις, οι οποίες επί μια δεκαετία λυμαίνονταν την πόλη της Πάτρας και την ευρύτερη περιοχή. Εκβίαζαν καταστηματάρχες με το πρόσχημα της παροχής προστασίας και τους αποσπούσαν χρηματικά ποσά που κυμαίνονταν από 600 έως 2.000 ευρώ μηνιαίως ανάλογα με το κατάστημα. Διακινούσαν όπλα και ναρκωτικά και εκτελούσαν «συμβόλαια θανάτου». Αρχικά οι τέσσερις αυτές εγκληματικές οργανώσεις συνιστούσαν μια μεγάλη οργάνωση, στην πορεία όμως διασπάστηκε και σταδιακά άρχισαν να εμφανίζονται νέες ομάδες υπό την ηγεσία παλαιών μελών της αρχικής ομάδας, εμπλουτισμένες με μέλη που στρατολογούσαν από το χώρο της πυγμαχίας. Το έτος 2005 μια από τις ομάδες αυτές με οργανωμένο σχέδιο εκτέλεσε τον αρχηγό άλλης ομάδας, ο οποίος ήταν και ο ιδρυτής της αρχικής εγκληματικής οργάνωσης. Μετά από επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Πάτρας συνελήφθησαν δεκαπέντε άτομα, μέλη των οργανώσεων, ενώ σχηματίσθηκε δικογραφία σε βάρος δεκαεπτά ακόμα ατόμων, κατηγορούμενοι για συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που διέπραξε κακουργήματα που προβλέπονται στο άρθρο 187 Π.Κ.

-Τα έτη 2007 και 2008 εξαρθρώθηκαν δυο από τις μεγαλύτερες εγκληματικές οργανώσεις, με διεθνή δράση, που δραστηριοποιούνταν στη σεξουαλική εκμετάλλευση αλλοδαπών γυναικών στη χώρα μας, σε χώρες της Ε.Ε. και σε τρίτες χώρες. Οι έρευνες για την εξάρθρωση των οργανώσεων αυτών διήρκησαν περισσότερο από ένα έτος και υπήρξε συνεργασία με την INTERPOL την EUROPOL , τους Έλληνες Αστυνομικούς Συνδέσμους στο εξωτερικό και τους Αστυνομικούς Συνδέσμους άλλων κρατών στη χώρα μας. Και στις δύο περιπτώσεις μέλη της οργάνωσης εντόπιζαν σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων γυναίκες που βρισκόταν σε ευάλωτη οικονομική και κοινωνική κατάσταση, με απατηλά μέσα αποσπούσαν τη συναίνεση τους και τις μετέφεραν στη χώρα μας όπου όπως τους υπόσχονταν θα είχαν εργασία και καλύτερη ζωή. Κατά την άφιξη τους όμως στη χώρα μας, τις κρατούσαν έγκλειστες σε διαμερίσματα και τις εξανάγκαζαν να επιδίδονται στην πορνεία, με ερωτικά ραντεβού ή με εργασία σε νυχτερινά κέντρα όπου έκαναν στριπτίζ ή εκδίδονταν σε πελάτες, έναντι αμοιβής. Και στις δυο περιπτώσεις τα παράνομα κέρδη που αποκόμιζαν τα μέλη των ομάδων αυτών τα επένδυαν στην ίδρυση και λειτουργία καταστημάτων, κυρίως καφέ-μπαρ ή νυχτερινά κέντρα και αρτοποιείων. Συνελήφθησαν συνολικά είκοσι άτομα, μέλη των δυο αυτών εγκληματικών οργανώσεων, ημεδαποί και αλλοδαποί.

-Το έτος 2007 εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, η οποία επί δυο χρόνια δραστηριοποιούνταν με παράνομες μεταμοσχεύσεις νεφρού στην Ινδία. Συγκεκριμένα τα μέλη της οργάνωσης αυτής, ένα από τα οποία ήταν ιατρός νεφρολόγος, μετέφεραν στην Ινδία Έλληνες νεφροπαθείς και έναντι αμοιβής ύψους 40.000 ευρώ, σε συνεργασία με μέλη της οργάνωσης που δραστηριοποιούνταν στην Ινδία, προέβαιναν σε παράνομες μεταμοσχεύσεις νεφρού από ζώντες δότες. Ένα από τα μέλη της οργάνωσης εντόπιζε νεφροπαθείς σε νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας μας, όπου μετέβαιναν για αιμοκάθαρση και εκμεταλλευόμενο την κατάσταση τους, τους πλησίαζε και τους πρότεινε να μεταβούν στην Ινδία, για επιτυχημένη μεταμόσχευση νεφρού και αποκατάσταση της υγείας τους μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έναντι της προαναφερόμενης αμοιβής. Οι νεφροπαθείς που πείθονταν να ταξιδέψουν υποβάλλονταν προηγουμένως σε ιατρικές εξετάσεις από τον ιατρό νεφρολόγο της οργάνωσης. Πολλοί από τους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση στην Ινδία επέστρεψαν στην Ελλάδα σε άσημη κατάσταση εξαιτίας των λοιμώξεων από το άσχημες συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επέμβαση. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον πενήντα άτομα μεταφέρθηκαν από την οργάνωση για μεταμόσχευση στην Ινδία. Στη χώρα μας συνελήφθησαν τρία μέλη της οργάνωσης αυτής, ενώ στην Ινδία συνελήφθη μεγάλος αριθμός ατόμων που εμπλέκονταν στη διαδικασία αυτή.